Τα μάτια του άργησαν να συνηθίσουν το λιγοστό φως του σπιτιού. Οι αχτίδες που έμπαιναν από τις γρίλιες δεν αρκούσαν για να δει, γι’ αυτό άνοιξε τα πατζούρια. Είχε πει στη Λόρα από χτες, όσο ήταν στο κρατητήριο, να μην έρθει για καθάρισμα στο σπίτι του. Δεν ήξερε τι ώρα θα ξεμπέρδευε και δεν ήθελε να δίνει αφορμές για ερωτήσεις. Αν και δεν συνήθιζε να ρωτάει. Αυτή ήταν και η αιτία που την κρατούσε στη δούλεψή του δεύτερη χρονιά. Οι άλλες, έξι μήνες το πολύ και τις ξαπόστελνε. Μπέρδευαν τα πράγματά του, έψαχναν, μιλούσαν, ρωτούσαν. Η Λόρα σιωπούσε με το στόμα, γιατί με τα μάτια όμως προδίδονταν ότι κάτι καταλάβαινε.
Δεν είχε όρεξη για μεσημεριανό έτσι έβαλε ένα ουίσκι και κάθισε στην άκρη του καναπέ. Έβλεπε την πόλη από την τζαμαρία. Η μόλυνση στο μάτι από χτύπημα δεν είχε παρέλθει. Το οπτικό του πεδίο, θα παρέμενε κατά 10% περιορισμένο, αυτό όμως, δεν εμπόδιζε να δει τους εργάτες που ξεφόρτωναν εμπορεύματα στα μαγαζιά, τους γονείς που συνόδευαν τα παιδιά τους από το σχολείο στο σπίτι, την ουρά που σχημάτιζαν τα αυτοκίνητα. Ένας τροχονόμος βοηθούσε την κατάσταση. Οι κινήσεις του ήταν σίγουρες και κοφτές, όπως και του αστυνομικού χτες στην ανάκριση. Αν και νεαρός έκανε καλά τη δουλειά του. Από την αρχή φάνηκε πως ήξερε να στριμώχνει. “Πώς λέγεστε;”, τον ρώτησε ο αστυνομικός σα να μην ήξερε. Κλέαρχος Ρούτσης, απάντησε παρατηρώντας πως ήταν από αυτούς τους λευκούς που μόνο καίγονται στον ήλιο. Άμα ήταν κανένας αμάθητος μπορεί και να έσπαγε με την τεχνική ανάκρισής του. Αυτός, όμως, ήξερε να ξεγλιστράει.
Ο ήχος του κινητού τον έβγαλε από τις σκέψεις του. Δεν ήταν ώρα για αναπολήσεις. Έπρεπε να δράσει πριν τελειώσει η μέρα. Το τηλέφωνο το είχε ακόμη στην τσέπη του. Έλεγξε τον αριθμό. Κάποιος από τη δουλειά.

– Έλα Τίμο. Ναι, έρχομαι. Σε δυο λεπτά ξεκινάω.

Άφησε το ποτήρι στο ράφι με τα πλαστικά γάντια. Πήρε δύο ζευγάρια από αυτά και τα έβαλε στην τσέπη του. Φόρεσε το παλτό του και αφού έλεγξε ότι είχε τον ελβετικό σουγιά, έφυγε. Έφτασε στο σημείο συνάντησης πριν έρθει ο υποψήφιος για τη συμφωνία. Τον περίμενε ο Τίμος που του είπε τις πληροφορίες γι’ αυτόν που θα συνεργάζονταν.

– Είναι Ουκρανός. Πάνω από δέκα χρόνια στην Ελλάδα. Δουλεύει με τους Ρώσους. Το ’98, είχαν κλέψει από την αγγλική αποστολή αρχαιολόγων “τον Σάτυρο που χορεύει” ο οποίος είχε βρεθεί στα ανοιχτά της Σικελίας από έναν…
– …ψαρά. Ξέρω, ηλίθιε. Σταμάτα να κάνεις τον ξερόλα. Μην ξεχνάς, εγώ είμαι ο αρχαιολόγος!
– Μα εσύ μου ζήτησες να σου πω…

Σταμάτησαν και οι δυο να μιλάνε καθώς φάνηκαν τα φώτα από το αυτοκίνητο του Ουκρανού στην τελευταία στροφή πριν την κατηφόρα. Έβαλαν τα πλαστικά γάντια και τα όπλα στη θήκη της ζώνης τους. Ήξεραν από προηγούμενες ανάλογες εμπειρίες να προφυλάσσονται από βλακώδη λάθη, όπως το ν’ αφήνουν αποτυπώματα. Ήταν έτοιμοι για το παιχνίδι των διαπραγματεύσεων.
Τα αναμμένα φώτα του αυτοκινήτου έπεφταν πάνω τους, μην επιτρέποντάς τους να δουν πόσοι ήταν μέσα. Το άρρωστο μάτι του Κλέαρχου δάκρυσε. Δεν άντεχε ακόμη τέτοιες καταπονήσεις, ωστόσο δεν του ‘δωσε σημασία. Έσβησαν τα φώτα και κατέβηκε ο Ουκρανός με τον οδηγό του.

– Ви говорите грецькою? ; ρώτησε με ειρωνεία ο Ουκρανός.
– Я не розумію , απάντησε ο Κλέαρχος χωρίς να χάσει την ψυχραιμία του.

Οι λίγες γνώσεις του στα Ουκρανικά οφείλονταν στην πολύχρονη συνεργασία του με έναν άλλον Ουκρανό, χρόνια πριν, ο οποίος τον έφερε σε επαφή με τον σημερινό υποψήφιο συνεργάτη του, αλλά και στις ταινίες που έβλεπε στην καλωδιακή τηλεόραση αργά το βράδυ. Του ‘φταναν προς το παρόν γιατί κατάφερε να αιφνιδιάσει τον συνομιλητή του. Ο Ουκρανός στράφηκε στον οδηγό του και του είπε κάτι με έντονο ύφος. Ο Κλέαρχος εκμεταλλευόμενος την ένταση πήρε το λόγο.

– Θα πάμε στο Ζαγκλιβέρι αύριο βράδυ. Η αρχαιολογική ομάδα, της οποίας ηγούμαι, θα αρχίσει τις ανασκαφές μεθαύριο το πρωί. Ο συνάδελφος που είχε αναλάβει το έργο το παράτησε μετά από την “υπέροχη” βραδιά που πέρασε μαζί σας.
– Γι’ αυτό και πρέπει να πάρουμε εμείς το κεφάλι…
-…μάθε πρώτα πώς το λένε και μετά ζήτα και μερίδια. Είναι η κεφαλή του Μελέαγρου, φτιαγμένη από τον Σκόπα. Μη ξεχνάς πως εγώ βγάζω όλη την δουλειά.
– Χαμαλίκι, πετάχτηκε ο συνεργάτης του Κλέαρχου.
Το βλέμμα του τελευταίου ήταν αρκετό για να τον κάνει να πισωπατήσει.
– Θα είμαστε κι εμείς στις ανασκαφές, είπε ο Ουκρανός.
– Μήπως θες να σας δηλώσω στο Υπουργείο και ως συνεργάτες μου; ειρωνεύτηκε ο Κλέαρχος. Θα είστε κρυμμένοι εκεί που περιμένατε για να “περιποιηθείτε” τον συνάδελφο. Με το που θα βρεθεί ο θησαυρός θα ορμήσετε για τον αρπάξετε και θα εξαφανιστείτε. Θα πάτε στο σπίτι μου. Εκεί θα βρίσκεται η καθαρίστρια που θα ‘ναι ενήμερη. Θα περιμένετε μέχρι να ‘ρθω. Το μετέπειτα σχέδιο παραμένει όπως το συμφωνήσαμε προ ημερών από το τηλέφωνο. Τον μεταφέρουμε στην Ιταλία και από εκεί τον πουλάμε στους Ρώσους συνεργάτες σας. Πεντήντα-πεντήντα το μερίδιο.
– Що наше життя без мистецтва? Порожня шкаралупа. , είπε ο οδηγός του Ουκρανού και γέλασαν.
– Σύμφωνοι, απάντησε ο Ουκρανός προς τον Κλέαρχο γελώντας και έστριψε να φύγει. Αμέσως όμως γύρισε προς τον οδηγό του και του είπε “нас чекає покоївки? αυτό είπε; άκουσα καλά;” και άρχισε πάλι να γελά.
Ο Τίμος μπήκε στο αυτοκίνητο και άναψε τα φώτα τη στιγμή που ο Ουκρανός στράφηκε προς τον Κλέαρχο. Ο Κλέαρχος παρέμενε ακίνητος, όντας ξαφνιασμένος από την αναντίρρητη αποδοχή του σχεδίου του και έτσι κοίταξε κατά πρόσωπο τον Ουκρανό. Εκείνος του ‘πε κάτι τελευταίο και τραντάχτηκε γι’ άλλη μια φορά στα γέλια.
– Дуже важливо в наш час мати гарну професію. Але чи можна бути професіоналом і не знати іноземних мов? Навряд!

Ο Κλέαρχος, χωρίς να καταλαβαίνει, έμεινε να τον κοιτά ώσπου να φύγει. Έβγαλε τα γάντια του και τα πέταξε. Μπήκε στο αυτοκίνητο, έβαλε το όπλο στο ντουλαπάκι και έφυγαν. Στη διαδρομή έφερε στο νου του την τελευταία σκηνή της συνάντησης αρχίζοντας το συνηθισμένο μουρμουρητό του. “Μόλις άναψαν οι προβολείς φάνηκε το διάφανο δέρμα του Ουκρανού. Λόρι μου ακούστηκε να τον αποκαλεί ο οδηγός του, οι κόρες του μίκρυναν ακαριαία και αποκαλύφθηκε το λαδί χρώμα των ματιών. Είχε φακίδες, πιο ανοιχτές από τα καστανόξανθα μαλλιά του, που δεν φαίνονταν με το φως του φεγγαριού. Τα φρύδια του, στενά και κοντά, σχεδόν ανύπαρκτα, έδειχναν σα να ‘ναι το μέτωπό του ενωμένο με τα μάτια, σε αντίθεση με τα δικά μου που αν και έχουν σχεδόν το ίδιο χρώμα, λίγο πιο κοκκινωπά, είναι μεγάλα και πηχτά, κάνοντάς με να φαίνομαι αγριάνθρωπος, όπως μου ‘χε πει η Τάτι μόλις της ανακοίνωσα ότι απολύεται. Ήταν λεπτός σα σανίδα, γι’ αυτό και έμοιαζε τόσο ψηλός. Μα όχι, χρειάστηκε να σκύψει αρκετά για να μη χτυπήσει το κεφάλι του μπαίνοντας στο αμάξι. Είναι ψηλότερός μου σίγουρα. Μπορεί να ξεπερνά το 1,90. Κακός οιωνός. Πάντα ήμουν ο αφ’ υψηλού.”

– Να το βάλω στο γκαράζ ή στην αυλή; τον ρώτησε ο Τίμος.
Ο Κλέαρχος, έκπληκτος για το πως πέρασε η ώρα της διαδρομής, του έδειξε το γκαράζ και τον ρώτησε αν μιλούσε δυνατά.
– Μην ανησυχείς, αφεντικό, στο τέλος ο αφ’ υψηλού θα είσαι και πάλι εσύ.

Ο Τίμος καληνύχτισε τον Κλέαρχο, μπήκε στο αμάξι του, που το ‘χε παρκάρει στην αυλή, και έφυγε για το σπίτι του.
“Πρέπει να ειδοποιήσω τη Λόρα να έρθει από το πρωί να καθαρίσει, να μου ετοιμάσει τις βαλίτσες, γιατί θα μένω στις σκηνές στο χώρο των ανασκαφών. Δεν πρόκειται να πηγαινοέρχομαι Ζαγκλιβέρι σπίτι συνεχώς” αναλογίστηκε ο Κλέαρχος. Τηλεφώνησε στον ταβερνιάρη και αυτός έριξε για πολλοστή φορά ένα σημείωμα κάτω από την πόρτα της. “Μόλις τελειώσω με την υπόθεση Σκόπα θα της αγοράσω ένα φθηνό κινητό να την καλώ όποτε θέλω” μουρμούρισε ο αρχαιολόγος. Μερικά σκαλιά πριν φτάσει στην εσωτερική πόρτα του σπιτιού του, συνειδητοποίησε πως τα κλειδιά δεν είναι στις τσέπες του. Μπορεί να έπεσαν στο αυτοκίνητο ή στις σκάλες, σκέφτηκε, χωρίς να ικανοποιείται από την υπόθεσή του. Σταμάτησε και ξανά έψαξε στις τσέπες του, μα τίποτα. Δεν άντεχε να κατέβει και να ανέβει τόσα σκαλιά. “Δεν παίρνει άλλη αναβολή. Πρέπει να επισκευάσω το ασανσέρ. Τριώροφο είναι το σπίτι με εξήντα σκαλοπάτια, μα τον Θεό, τί περιμένω;. Άλλωστε το υπόγειο θα το χρειαστώ με την υπόθεση Σκόπα και το ασανσέρ είναι ο μόνος τρόπος να πηγαίνω στους θησαυρούς μου”.
Το φως έσβησε, καθώς είχε περάσει το όριο των πέντε λεπτών του χρονοδιακόπτη. Ο Κλέαρχος ανέβηκε τα εναπομείναντα σκαλοπάτια για να το ανάψει. Στο απότομο φως το χτυπημένο μάτι του δάκρυσε για δεύτερη φορά. Κάνοντας στροφή για να πάει προς τις σκάλες αντίκρισε τα κλειδιά του να κρέμονται στην πόρτα. Αγανακτισμένος από αυτή την απροσεξία, θανάσιμο χαρακτηριστικό για όποιον ασχολείται με δουλειές σαν την δική του, μπήκε μέσα βρίζοντας.
Την άλλη μέρα ταυτόχρονα έφτασαν η Λόρα και το συνεργείο επισκευής του ανελκυστήρα.

– Ετοίμασε τις βαλίτσες μου, γιατί σε δύο ώρες πρέπει να φύγω, είπε ο Κλέαρχος στη Λόρα.
– Είναι έτοιμες, του απάντησε μία ώρα μετά. Να τις κατεβάσω στο αυτοκίνητο;

Κούνησε καταφατικά το κεφάλι του και η Λόρα υπάκουσε. Ο Κλέαρχος αποφάσισε να φύγει αμέσως. Δεν άντεχε άλλο τη φασαρία των επισκευών. Θα άφηνε εκείνη να τους επιβλέπει και θα τους έδινε τον αριθμό του να συνεννοηθούν για τα έξοδα. Η Λόρα δέχτηκε να μείνει χωρίς περιστροφές.
Το ξημέρωμα της δεύτερης μέρας των ανασκαφών βρέθηκε ακέραιη η κεφαλή του Μελέαγρου. Απαράμιλλη η αξία του και άπειρη η χαρά του Κλέαρχου. Το σχέδιο εφαρμόστηκε κατά γράμμα και ήδη ο Ουκρανός του τηλεφώνησε ότι τον περίμεναν στο σπίτι. Η αστυνομία κατέφθασε στο σημείο με το που ο Κλέαρχος έκλεισε το τηλέφωνο. Ίσως κάποιος από τους φύλακες να την είχε ειδοποιήσει για την κλοπή. Από το περιπολικό είδε να βγαίνει ο νεαρός αστυνομικός που τον είχε ανακρίνει προ ημερών. Πλησίαζε προς το μέρος του. Όσο κοντύτερα ερχόταν τόσο πιο ευδιάκριτα γίνονταν τα χαρακτηριστικά του, το ανοιχτόχρωμο δέρμα και μαλλιά, τα ανύπαρκτα φρύδια, οι φακίδες. Σήμανε συναγερμός στο μυαλό του Κλέαρχου. Ο αστυνομικός έμοιαζε εντυπωσιακά με τον Ουκρανό Λόρι, αλλά και με τη Λόρα.
Όχι! ούρλιαξε ο Κλέαρχος ενώ έτρεχε με ορμή προς το αυτοκίνητό του, αιφνιδιάζοντας τους δήθεν αστυνομικούς. Όσο οδηγούσε για να φτάσει στο σπίτι του άρχισε να συνδυάζει τα γεγονότα, τα οποία μέχρι πριν δεν τα είχε προσέξει. Η εξωτερική ομοιότητα του αστυνομικού, της Λόρας και του Λόρι, ψιλόλιγνοι και ανοιχτόχρωμοι με φακίδες, τα ίδια ονόματα, Λόρι – Λόρα, όπως συνήθιζαν να βαφτίζουν οι οικογένειες στην Ουκρανία τα αδέρφια. Μα ναι, και η Λόρα είναι Ουκρανή, μονολόγησε ενθυμούμενος τα λόγια της όταν μια φορά την πέτυχε στο καρτοτηλέφωνο της γειτονιάς της να μιλά με κάποιον δικό της “До побачення, кохаю тебе “, η απουσία αντίρρησής της όταν της ζήτησε να μείνει παραπάνω για να επιβλέπει τους εργάτες, τα γέλια του Ουκρανού με τον οδηγό του όταν τους ανακοίνωσε πως με το που πάρουν το εύρημα θα τους υποδεχτεί η καθαρίστρια σπίτι του, οι στημένες ερωτήσεις στην ανάκριση από τον αστυνομικό και η άμεση έλευσή του στο χώρο των ανασκαφών.
Φτάνοντας στο σπίτι του, άνοιξε το ντουλαπάκι του αυτοκινήτου να πάρει το όπλο, όμως αυτό έλειπε. “Καταραμένη Λόρα!” φώναξε ενόσω έτρεχε προς το ασανσέρ κρατώντας ανά χείρας τον σουγιά. Πάτησε το -1. Το υπόγειο με τους θησαυρούς του παρέμενε σκοτεινό, όπως έπρεπε για να μην αλλοιώνονται τα αρχαιολογικά ευρήματα. Έχοντας το χέρι του παρατεταμένο άναψε το φως που αποκάλυψε το άδειο δωμάτιο. Υπήρχε μόνο ένα σημείωμα, як зробити ваші скарби? Один, два, три… Мільйони, мільярди? , του οποίου την ερμηνεία αγνοούσε. Οι φλέβες του εξογκώθηκαν, οι παλμοί του αντηχούσαν στο κεφάλι του, τα νύχια του άφησαν σημάδια στις παλάμες. Κάρφωσε το σουγιά στο χαρτί και άρχισε να ρίχνει τις προθήκες των αγαλμάτων. Όταν καταβεβλημένος έγειρε σε ένα τραπέζι άκουσε τις σειρήνες των περιπολικών να πλησιάζουν. Δεν είχε το σθένος να κουνηθεί από τη θέση του. Οι αστυνομικοί τον συνέλαβαν δίχως να διαμαρτύρεται. Ποιος ο λόγος άλλωστε, τα έχασε όλα.
Ο ταβερνιάρης, όπως συνήθιζε, άνοιξε την τηλεόραση στις οκτώ ν’ ακούσει τις ειδήσεις. Η δημοσιογράφος άρχισε να αναγγέλλει το πρώτο θέμα, “από σήμερα το μεσημέρι η αστυνομία βρίσκεται στα ίχνη σπείρας αρχαιοκαπηλίας. Ενέχονται ο αρχαιολόγος κ. Κλέαρχος Ρούτσης, ο προσποιούμενος τον αστυνομικό Λεοντίν Ντάγκι και τα αδέλφια του, Λόρι και Λόρα, η οποία δούλευε ως καθαρίστρια στο σπίτι του αρχαιολόγου. Ο γνωστός αρχαιολόγος φαίνεται να είναι ο εγκέφαλος της οργάνωσης. Στην κατοχή του υπήρχαν ανεκτίμητης αξίας αρχαιολογικά ευρήματα, τα οποία φύλασσε στο υπόγειο τού σπιτιού του. Αυτά, μαζί με την κεφαλή του Μελέαγρου, που βρέθηκε τα ξημερώματα, κλάπηκαν από το Λόρι Ντάγκι και τους συνεργούς του. Αυτή την ώρα καταθέτει ο κ. Ρούτσης, ενώ η αστυνομία αναζητά τα τρία αδέρφια ουκρανικής καταγωγής. Οι κατηγορίες που τους βαρύνουν είναι αρχαιοκαπηλία, αντιποίηση αρχής, απόπειρα δολοφονίας των αστυνομικών που βρίσκονταν σε υπηρεσία την ώρα που ο Λεοντίν, πριν τρεις μέρες ανέκρινε τον κ. Ρούτση υποδυόμενος τον αστυνομικό. Σύμφωνα με πληροφορίες υπάρχουν και άλλοι εμπλεκόμενοι”.

Σταϊκοπούλου Μαρία

Επεξηγήσεις:
1 μιλάτε Ελληνικά;
2 δεν καταλαβαίνω.
3 τί θα ήταν η ζωή μας χωρίς τέχνη; Ένα κενό κοχύλι.
4 θα μας περιμένει η καθαρίστρια;
5 Είναι πολύ σημαντικό να έχετε ένα καλό επάγγελμα σήμερα. Μπορείτε να είστε επαγγελματίας χωρίς γνώση των ξένων γλωσσών; Μετά βίας!
6 Αντίο, σ’ αγαπώ.
7 πόσο να κάνουν οι θησαυροί σου; Ένα, δύο, τρία… εκατομμύρια, δισεκατομμύρια;