ΛΕΞΗtanil
τ.4

Στέλιος Λιθοξοΐδης


Για μια δόση νικοτίνης

Εκείνη τη μέρα δεν είχα τι να κάνω. Δουλειά δεν είχα έτσι κι αλλιώς. Ήταν βράδυ αλλά δεν είχα όρεξη να πάω σε κανένα μπαρ. Καμιά φορά η ρουτίνα σε κουράζει. Κρύο έκανε, ως συνήθως. Φλώρινα και ζέστη, σαν φαντάρος με όρεξη. Σπάνιος συνδυασμός. Προχωρούσα αφηρημένος, στην αγορά της πόλης. «Μπορείς να διώξεις το σκυλί;», μου είπε κάποια.

Γύρισα και κοίταξα. Ήταν ένα σκυλί, μεγάλο, τριχωτό, σαν αρκούδα με κεφάλι σκύλου. Καθόταν έξω από το προπό της γειτονιάς, στο χαλάκι της εισόδου. Κανείς δεν έμπαινε μέσα, ούτε κι έβγαινε. Όλοι το φοβόντουσαν. «Μπορείς το διώξεις;», μου είπε πάλι.  Δεν της μίλησα. Σφύριξα στον σκύλο, αυτός σηκώθηκε και ήρθε δίπλα μου.

Δεν ήθελα να πάω σπίτι. Έκανα τον κύκλο του τετραγώνου και κατέβηκα στο ποτάμι. Από δίπλα μου, πάντα ο σκύλος. Ήσυχος, φιλικός, με την ουρά στα σκέλη. «Δεν έχω να σου δώσω να φας», του είπα. Δεν ξέρω αν κατάλαβε. Έμεινε δίπλα μου. Ίσως ήθελε παρέα.

Συνέχισα να περπατάω παραποταμίσια, έφτασα έξω από το κτήριο του Αριστοτέλη. Θέλησα να κάνω ένα τσιγάρο. Κάθησα σ’ ένα παγκάκι και προσπάθησα να στρίψω. Το σκυλί ανέβηκε κι αυτό στο παγκάκι και ξάπλωσε. Έβαλε το κεφάλι του πάνω στα πόδια μου ‒ μου είχε εμπιστοσύνη σαν να γνωριζόμασταν από χρόνια. Το καθαρό του τρίχωμα μού έδωσε να καταλάβω πως δεν ήταν καιρό αδέσποτο. Κάποιος θα το παράτησε, όπως συνηθίζεται.

Τα δάχτυλά μου ήταν παγωμένα, δυσκολεύτηκα να στρίψω. Στο τέλος, το τσιγάρο έμοιαζε περισσότερο σαν να το έστριψε ο σκύλος, παρά εγώ. Το άναψα, προσέχοντας να μην βάλω φωτιά στα γένια μου. Τράβηξα μια τζούρα. «Εξάρτηση από τη νικοτίνη. Για μία δόση νικοτίνης τρώω το κρύο», του είπα.

Έρημη η περιοχή. Θαρρείς πως η πόλη είναι νεκρή. Τότε μας πλησίασε ένα ζευγαράκι. Ανδρόγυνο, ας διευκρινίσω, για τις ανάγκες της εποχής. Άγνωστες φάτσες. Λογικά φοιτητές. Ο σκύλος πετάχτηκε κι άρχισε να τους γαβγίζει με μανία.

«Μάζεψε τον σκύλο σου», μου φώναξε το αγόρι.

Ρούφηξα άλλη μια τζούρα, γύρισα και τον κοίταξα με το τσιγάρο στο στόμα. Δεν του απάντησα. Δεν ξέρω αν τώρα τον τρόμαζε περισσότερο ο σκύλος ή το βλέμμα μου. Κι αυτός δεν είπε δεύτερη κουβέντα. Αγκάλιασε την κοπέλα του και συνέχισε με ταχύ βήμα.

Γύρισε ο σκύλος πάλι σε εμένα, κουνώντας την ουρά του. Ξάπλωσε πάνω μου, όπως και πριν, σαν να μην είχε μεσολαβήσει τίποτα. Κι εγώ όμως δεν έφερα κάποια αντίσταση, παρ’ όλο που το βάρος του με ζόριζε λίγο.

Το τσιγάρο τελείωνε. Ο σκύλος με κοίταζε στα μάτια. Τον κοίταζα κι εγώ. Έβλεπα στο βλέμμα του μόνο καλοσύνη κι αθωότητα. Τι παραπάνω έβλεπαν οι άλλοι και τον φοβόντουσαν, που δεν έβλεπα εγώ ‒ δεν ξέρω.

Το τσιγάρο τελείωσε. Τον σκούντηξα, «φεύγω» του είπα. Με ακολούθησε ώς το σπίτι μου. Ανέβηκα τις σκάλες, αυτός προτίμησε να πλαγιάσει στο χαλάκι. Χαμογέλασα στη σκέψη που θα τον έβρισκαν κάτω οι γείτονες το πρωί. Θα φοβόντουσαν να βγουν για να πάνε στη δουλειά. Αλλά δεν πειράζει, και κανά ρεπό δεν βλάπτει...