ΛΕΞΗtanil
τ.4

«Και ο νικητής είναι…»


Βασίλης Ρούβαλης


Τι σημαίνει, τελικά, βράβευση για το τάδε ή το δείνα λογοτεχνικό έργο; Ποιος το κρίνει ως βραβεύσιμο και πώς; Έχει νόημα (και ουσία) ετούτο, εφόσον η όποια διαδικασία επιλογής βιβλίων, τίτλων και συγγραφέων, της σύγχρονης παραγωγής διαθέτει κάποια –και ποια‒ κριτήρια διαχρονίας;

Στην παθογένεια του ελληνικού βιβλίου (με τα προβλήματα σ’ όλη την έκταση του κλάδου, από τα ιδιαιτέρως χαμηλά ποσοστά φιλαναγνωσίας και το ανεπαρκές δίκτυο βιβλιοπωλείων έως την «ασφυξία» των εκδοτών μέσα στη συνολική κατάσταση της κρίσης) είναι σαφές ότι δεν συμβάλλει η μη ρεαλιστική και αποπροσανατολιστική «εικόνα» ενός… άμωμου, αμόλυντου κι αγγελικά πλασμένου μικρόκοσμου που αντέχει ψυχαγωγικά σόου και τηλεοπτικού τύπου χλιδάτες τελετές για αμφιλεγόμενες απονομές βραβείων από γνωστή αλυσίδα πολυκαταστημάτων…

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, ωστόσο. Τα ερωτήματα πληθαίνουν (και παραμένουν αναπάντητα) κάθε φορά που ένα βραβείο θεσμοθετείται στην καθ’ ημάς λογοτεχνική πραγματικότητα – αναφερόμενο βεβαίως σε μικρής κλίμακας ενδιαφερόμενους, δηλαδή συγγραφείς, εκδοτικούς οίκους και, κυρίως, αναγνώστες.

Τα τελευταία χρόνια έχουν ανθίσει τα λογής βραβεία από διάφορους φορείς, ιδιώτες, λογοτεχνικά σωματεία, μορφωτικά ιδρύματα, ακόμη και εμπορικές επιχειρήσεις, πέραν των δεδομένων τιμητικών διακρίσεων που έχει θεσπίσει η ελληνική πολιτεία (και ελέγχονται ειδικά, κατά το κοινώς λεγόμενο, εδώ και πολλά χρόνια, για την έγκριτη λειτουργικότητά τους). Τα τελευταία χρόνια επίσης έχει γίνει «βουτιά» τις πωλήσεις βιβλίων με αντιστρόφως ανάλογη την αύξηση εκδιδόμενων τίτλων – φαινόμενο παράδοξο αλλ’ εξηγήσιμο: η προσβασιμότητα στους εκδοτικούς οίκους είναι πλέον πολύ πιο εύκολη για όποιον θελήσει να δηλώσει συγγραφέας, να εκδώσει το πόνημά του χωρίς καμία σοβαρή αξιολόγηση αλλά με «ασφαλιστική δικλείδα» τα χρήματα που θα καταβάλει για την παραγωγή του βιβλίου του.

Το ζητούμενο στον συλλογισμό είναι συγκεκριμένο. Πόσο σημαίνουσα είναι η διαδικασία «τίμησης» έργων της νεοελληνικής γραμματείας, σ’ αντιδιαστολή με τις αληθινές ανάγκες της: ανάδειξη ποιότητας και γόνιμης πνευματικής επίδρασης του βιβλίου σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο, συνάρτηση με την παιδεία και τον πολιτισμό, ενίσχυση θεσμών και προσώπων – όλα όσα θεωρούνται δεδομένα στις προηγμένες ευρωπαϊκές κοινωνίες. Το ελληνικό βιβλίο πάσχει από τα δικά του «δεδομένα», όμως, που μόνον ευρωπαϊκά δεν φαντάζουν… Γιατί οι μαθητές στα σχολεία μισούν τα βιβλία, οι εκπαιδευτικοί μοιάζουν ανήμποροι ν’ αντιδράσουν (ή, κατά περίπτωση, συμμερίζονται αυτόν τον αρνητισμό…), οι σχολικές-δημόσιες-δημοτικές βιβλιοθήκες δεν λειτουργούν, οι ενήλικες αναγνώστες κυκλοφορούν όλο και λιγότερα στα όλο και λιγότερα αμιγή βιβλιοπωλεία ανά την Ελλάδα, η αναγνωστική κουλτούρα υποβαθμίζεται διαρκώς. Το δε ελληνικό κράτος, διά των αρμόδιων υπουργείων του (Παιδείας και Πολιτισμού) προβαίνει σε σπασμωδικές και περιστασιακές κινήσεις χωρίς κανέναν σχεδιασμό, όραμα και δράση. Αποκορύφωμα αυτής της πολιτικής, η κατάργηση του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου (ΕΚΕΒΙ) ως μη χρειαζούμενος φορέας για την εξωστρέφεια του ελληνικού βιβλίου και για τις απαραίτητες εντός συνόρων υποδομές του…

Δεν έχει ωστόσο σημασία η πρόσκαιρη προβολή όταν αυτοσκοπός δεν είναι η άνοδος του πήχη, ο κάματος της δημιουργικής άμιλλας, η διαρκής αναζήτηση στα ένδον της γραφής… Η όποια κεκτημένη ταχύτητα από τα φώτα και τα χειροκροτήματα, τις φωτογραφίες και τα κολακευτικά σχόλια, τίποτε απ’ αυτά δεν συγκροτούν «ύλη», καιόμενη βάτο και ρομφαία –όπως θα ’λεγε ο ποιητής. Επομένως, ποια βιβλία επιζητούμε να βραβεύονται; Και με ποιο ωφέλιμο πρόσημο για τους συγγραφείς τους αλλά και για τους αναγνώστες τους;