ΛΕΞΗtanil
τ.3

Πίσω από το πορτραίτο του Ντόριαν


Μαριάννα Μανιάτη

«Καλός θα πει να βρίσκεσαι σε αρμονία με τον εαυτό σου… Δυσαρμονία θα πει να είσαι υποχρεωμένος να βρίσκεσαι σε αρμονία με τους άλλους».

Λόρδος Χένρυ

 

Αν μπορούσαμε να παρακολουθήσουμε τη ζημιά που προκαλεί κάθε «αμαρτωλή» πράξη στην ψυχή μας, θα τη διαχωρίζαμε από το σώμα μας, προκειμένου να ζήσουμε κάθε κρυφή μας επιθυμία και να μείνουμε «ατιμώρητοι» στην αιωνιότητα;

Ο Ντόριαν Γκρέυ πριν γίνει ο αδίστακτος κι αμαρτωλός, αιώνια νέος, που «πούλησε» την ψυχή του στον διάβολο, ήταν ένα μικρό αγόρι που πάλευε να ζήσει σε αρμονία με την οικογένεια που του είχε απομείνει. Μεγάλωσε σχεδόν απομονωμένος στο μοναδικό δωμάτιο του τελευταίου ορόφου του σπιτιού του. Κρυμμένος και ντροπιασμένος, γιατί έμοιαζε στην αδικοχαμένη μητέρα του, τιμωρούταν καθημερινά από τον παππού του γιατί ήταν καρπός ενός ανάξιου άντρα. Ποτέ δεν έδειξε στον κόσμο ποιος αληθινά ήταν. Βαθιά μέσα του, πάντα συνέχισε να ντρέπεται για την ύπαρξή του, τις ανάγκες, τις επιθυμίες του. Δεν ήθελε να είναι ο εαυτός του. Ήθελε να είναι κάποιος άλλος. Το πορτραίτο συμβόλιζε την αλήθεια του. Γι’ αυτό το έκρυψε στο ίδιο δωμάτιο που κρυβόταν κι εκείνος κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας του. Τον εαυτό του έθαψε ο Ντόριαν σε εκείνο το δωμάτιο.

Ο Ντόριαν Γκρέυ είχε ανάγκη από έναν γονιό, κάποιον να τον καθοδηγήσει, να τον συμβουλεύσει, να του εξηγήσει τη ζωή. Βρέθηκε ανάμεσα στον «άγγελο» Μπαζίλ και τον «διάβολο» Λόρδο Χένρυ. Κι οι δυο σαν μικροί Θεοί ήθελαν να τον φτιάξουν «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσή» τους, όπως ακριβώς οι έννοιες του καλού και του κακού έχουν τη δύναμη να κατατάξουν και να διαμορφώσουν καθέναν από εμάς. Ο Μπαζίλ και ο Λόρδος Χένρυ ποτέ δεν αφουγκράστηκαν ποιος ήταν αληθινά ο Ντόριαν Γκρέυ, παρά έμειναν στην εμφάνισή του. Είδαν και οι δύο αυτό που ήθελα να δουν. Αυτό ακριβώς που κάνουμε όλοι με τους συνανθρώπους μας. Κάνουμε προβολές. Βλέπουμε αυτά που θέλουμε να δούμε. Αντικατοπτρίζουμε στους γύρω μας κομμάτια του ίδιου μας του εαυτού και αναλόγως διαμορφώνουμε άποψη γι’ αυτούς. Οι προβολές όμως που μπορεί να κάνουμε στους νέους είτε από αγάπη είτε από την επιθυμία μας να τους σαγηνεύσουμε, μπορεί και να τους καταστρέψουν. Γιατί η νιότη διαφθείρεται και από τα δύο.

Η αγάπη αποτελεί κι αυτή μια μορφή χειραγώγησης. Στην περίπτωση του Ντόριαν, ο Μπαζίλ γεμάτος από αγάπη για το πρόσωπο του νεαρού, δημιούργησε το τέλειο πορτραίτο του, μια απεικόνιση του αληθινού εγώ του. Εισχώρησε στο βαθύτερο είναι του νεαρού, χωρίς εκείνος να του το έχει επιτρέψει. Γιατί όταν αγαπάς θέλεις να μπεις μέσα στον άλλον και να τον μάθεις ολόκληρο. Ο Ντόριαν όμως είχε κρύψει τον αληθινό εαυτό του πολύ καλά, πάντα σε ετοιμότητα να χιμήξει σαν άγριο, πληγωμένο και φοβισμένο ζώο, σε όποιον τολμούσε να παραβιάσει το όριο και τον τοίχο που είχε υψώσει γύρω από την ψυχή του με τη μορφή του πορτραίτου. Έτσι λοιπόν, δολοφόνησε την «αγάπη», επιλέγοντας την αμαρτία για μια ακόμα φορά. Ωστόσο, το αποτέλεσμα του ακρωτηριασμένου χαρακτήρα του θα ήταν το ίδιο, είτε επέλεγε τον Μπαζίλ (το καλό) είτε τον Λόρδο Χένρυ (το κακό).

Τον ρόλο λοιπόν του Πατέρα ανέλαβε ο Λόρδος Χένρυ, που σαν γνήσιος «γονιός», μεταβίβασε στον «γιο» του όλα τα δικά του όνειρα, τις ανάγκες και τα απωθημένα. Τον χειραγώγησε και πίστεψε πως είχε φτιάξει ένα πλάσμα για το οποίο θα μπορούσε να περηφανεύεται. Για ν’ αποκτήσει τη δική του αποδοχή,  ο Ντόριαν επέλεξε την ηδονή και την αμαρτία. Κι η ηδονή είναι σαν ναρκωτικό, σαν ψυχότροπο φάρμακο. Σε βοηθάει να ξεχάσεις, να καλύψεις όσα σε πονούν και να νιώσεις καλύτερα για λίγες στιγμές ζωής. Το στερεότυπο της γοητείας της αμαρτίας και του απαγορευμένου, μας ωθεί να υιοθετήσουμε έναν συγκεκριμένο αρχαϊκό-αρχέγονο ρόλο, αυτόν του αμαρτωλού, βγάζοντας μας έξω από τον βαρετό ή ντροπιαστικό εαυτό μας. Έτσι κι αλλιώς, από ένα αμάρτημα δημιουργήθηκε ολόκληρος ο κόσμος.

Υπάρχει όμως πράγματι η αμαρτία; Ή μήπως αποτελεί κατασκεύασμα της θρησκείας και της κοινωνίας; Μήπως οι πράξεις είναι απλά πράξεις, απογυμνωμένες από τις έννοιες του καλού και του κακού; Μήπως τελικά υπάρχουν μόνο εμπειρίες, όπως αναφέρει εν μέρει και το κίνημα του Αισθητισμού, στο οποίο ανήκε και ο Όσκαρ Ουάιλντ; «Το κυνήγι των εμπειριών γίνεται ο απόλυτος σκοπός της ύπαρξης». Η ενοχή όμως δεν παύει στο κίνημα αυτό. Κι αυτό ακριβώς είναι που κάνει την κάθε εμπειρία πιο ενδιαφέρουσα. Το αμαρτωλό σώμα πρέπει να κρύβεται. Πρέπει να τιμωρείται. Μήπως ο Όσκαρ Ουάιλντ κλειδώνοντας το πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέυ στο δωμάτιο, αποδεχόταν σιωπηλά τη δική του ενοχή σχετικά με τις κατηγορίες εις βάρος του λίγο καιρό μετά; Όσο κι αν προσπάθησε να υπερασπιστεί αργότερα τον εαυτό του, ίσως σ’ ένα ασυνείδητο επίπεδο, πίστευε πως του άξιζε να φυλακιστεί, όπως έγραψε πως στον Ντόριαν Γκρέυ άξιζε τελικά ο θάνατος.

Ο Ντόριαν Γκρέυ δεν έζησε ούτε στιγμή σε αρμονία με τον εαυτό του. Ήταν πιο εύκολο να είναι όμορφος κι επιφανειακός, κι ας αποφάσιζε άλλος για τη ζωή του. Καμιά επιλογή όμως δεν είναι ακίνδυνη. Όλες έχουν ένα τίμημα. Κι ακριβώς αυτό είναι που δεν άντεξε ο Ντόριαν Γκρέυ. Τον φόβο πως κάθε επιλογή που θα κάνει θα έχει ένα τίμημα. Πως κάθε τίμημα θα του υπενθυμίζει πως ζει. Μα εκείνος τελικά δεν έπρεπε να είχε υπάρξει ποτέ. Υπάκουσε λοιπόν στον Παππού του και τερμάτισε τη ζωή του. Ίσως μόνο τότε πια, λίγο πριν μπήξει το μαχαίρι του πάνω στο κάδρο, λίγο πριν αφήσει την τελευταία του πνοή σε εκείνο το σκοτεινό δωμάτιο, μόνο τότε πια, ίσως είδε τον Παππού του να του χαμογελά για πρώτη φορά επιδοκιμαστικά.

Τόσα χρόνια μετά μπορούμε να δούμε τον Ντόριαν Γκρέυ ξεγυμνωμένο και ν’ αναλογιστούμε πόσοι άνθρωποι έχουν μεγαλώσει σαν κι εκείνον τελικά. Οι σημερινοί κακοποιοί, σαδιστές και δολοφόνοι. Όλοι από κάπου ξεκίνησαν. Όλοι κάποτε ήταν αδικημένα και κακοποιημένα παιδιά που κλείδωσαν σ’ ένα δωμάτιο το καλό που είχαν μέσα τους. Ας σκεφτούμε λοιπόν τι υπάρχει πίσω από το κακό που βλέπουμε στην επιφάνεια. Τι υπάρχει στο βάθος της ψυχής κάθε ανθρώπου. Νομίζω πως η βάση είναι σε όλους ίδια τελικά. Πόνο θα βρούμε στις ψυχές των ανθρώπων. Πόνο, φόβο κι ανάγκη γι’ αποδοχή.