ΛΕΞΗtanil
τ.2

Τι Νόμπελ και ποια λογοτεχνία θέλουμε;


Βασίλης Ρούβαλης

Η υπόθεση του Νόμπελ Λογοτεχνίας αποτελεί ένα δυσεπίλυτο αίνιγμα, κάθε χρόνο, πριν και μετά την ανακοίνωση-απονομή του, για τους όποιους συγγραφείς πλειοψηφίσουν τελικά μεταξύ των μελών της Σουηδικής Ακαδημίας.

Τι συμβαίνει όμως στην πραγματικότητα; Τα ερωτήματα πληθαίνουν όσο και οι χρήστες των κοινωνικών δικτύων, που όντως «ανοίγουν τη βεντάλια» με το όψιμο ενδιαφέρον τους για τη διαγωνιστική διάσταση της υπόθεσης (και ίσως λιγότερο για τη σύγχρονη αξιολόγηση συγγραφέων με εύλογα ποιοτικό κι επιδραστικό έργο). Το βέβαιο είναι ότι τα επιφορτισμένα μέλη επιλέγουν κάθε φορά με κριτήρια που προφανώς δεν «ταιριάζουν» με τα όποια αναμενόμενα ονόματα… Η φετινή συγκυρία της απονομής στον Αμερικανό τραγουδοποιό Μπομπ Ντίλαν αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις στα μεταπολεμικά χρόνια.

Το επίσης βέβαιο δεδομένο είναι η διαπίστωση από πολλούς βιβλιόφιλους που αφορά τη βαρυσήμαντη έκφανση της διαδικασίας εκεί στη Στοκχόλμη,  πάντοτε μυστική και βεβαίως μυστικοπαθή. Τα πρακτικά των συνεδριάσεων θα δημοσιοποιηθούν σε πενήντα χρόνια, σύμφωνα με το καταστατικό του ιδρύματος. Επομένως, κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει τα κριτήρια, τις μεθοδεύσεις, τον συγκερασμό που αποφέρουν την επιλογή κατ’ έτος. Γι’ αυτό και τα ευρωπαϊκά γραφεία στοιχημάτων κάνουν «χρυσές δουλειές» με τα ονόματα που θεωρούνται υποψήφια και, ως εκ τούτου, συντηρείται μια μεγάλη, διαρκής και μάλλον άστοχη συζήτηση για το ποιος και γιατί επιβραβεύεται…

Σε όλους τους συνδυασμούς ερωταποκρίσεων, αναρωτήσεων, επιμονών κι εμμονών, σε μια συζήτηση όλοι ανεξαιρέτως θα συμφωνήσουν πως: α. το βραβείο είναι αναγκαίο για την επισήμανση-επιλογή «του καλώς γράφειν» ανάμεσα σε εγνωσμένους συγγραφείς, δίχως την απόσταση του χρόνου, άμεσα κι έγκριτα, και β. ο εμπορικός χαρακτήρας της διαδικασίας δεν είναι αμελητέος. Παραδοσιακά, αμέσως μετά την ανακοίνωση του νικητή, οι εκδοτικοί οίκοι ξεκινούν ένα αλισβερίσι για την όσο πιο έγκαιρη εισδοχή τίτλου ή τίτλων στον κατάλογο κυκλοφορίας τους, πληρώνοντας πνευματικά δικαιώματα, μεταφραστές, επαγγελματίες του κλάδου και εισπράττοντας πολλά χρήματα. Πρόκειται όντως για ένα καλοστημένο επιχειρείν, κατά μία έννοια, που εξυπηρετεί τη βιομηχανία του βιβλίου διεθνώς.

Είναι όλ’ αυτά, ωστόσο, υπέρ της λογοτεχνικής δημιουργίας;

Μία ακόμη εκδοχή, αρκετά συζητήσιμη, είναι η αντανάκλαση της γεωπολιτικής σκακιέρας, οι κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες ανά τον πλανήτη, η εσωτερική τάση αναπροσανατολισμού του σύγχρονου ανθρώπου. Στις 113 απονομές που έχουν πραγματοποιηθεί από το 1901 κι εντεύθεν, είναι φανερή η επιδίωξη –υποστηρίζουν αρκετοί επικριτές του θεσμού– της Ακαδημίας να «δηλώσει παρών» στο παγκόσμιο γίγνεσθαι, να σχολιάσει τα τεκταινόμενα μέσω αυτής της αυστηρής επιλεκτικής διαδικασίας και, ακόμη, να επιβάλει τη θέση της με πολιτικό πρόσημο.

Τελευταίο εξετάσιμο δεδομένο είναι η «κώφευση» του Νόμπελ Λογοτεχνίας απέναντι σε κορυφαίους δημιουργούς, τους οποίους είτε αγνόησε είτε δεν πρόλαβε να τους πριμοδοτήσει εν ζωή. Ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες ή ο Κάρλος Φουέντες δεν προτάθηκαν ποτέ. Ο Μπόρις Παστερνάκ και ο Ζαν Πολ Σαρτρ το αρνήθηκαν επιδεικτικά. Αγνοήθηκαν ο Τζέιμς Τζόις, ο Φραντς Κάφκα, ο Ρόμπερτ Μούζιλ, ο Έζρα Πάουντ, ο Μορίς Μπλανσό. Ο Νίκος Καζαντζάκης πικράθηκε αλλά δεν διαμαρτυρήθηκε. Και, από την άλλη πλευρά, ποιος θυμάται σήμερα τον Σολίνγκα, τον Μπούνιν και τη Μιστράλ που το έλαβαν διθυραμβικά; Και με τους τωρινούς διαρκείς υποψηφίους, τι θα γίνει; (Ο ρόλος τους είναι άκομψος σε αυτή τη συζήτηση…).

Ποια μπορεί να ’ναι η εύρυθμη συνάρτηση βάσει της λογικής που θα ακολουθήσει ο κορυφαίος τιμητικός θεσμός στο πεδίο των γραμμάτων και βάσει της επιθυμίας του αναγνωστικού κοινού; Η βράβευση της στιχουργίας ενός διεθνώς καταξιωμένου τροβαδούρου λειτουργεί σ’ αυτό το πνεύμα; Πάντως, λίγες φορές έχει προκαλέσει τόση δημόσια συζήτηση το ίδιο Νόμπελ εξαιτίας της ετήσιας επιλογής του. Αυτό είναι εξηγήσιμο καθώς τα κοινωνικά δίκτυα μέσω της παγκόσμιας διασύνδεσης δίνουν την ευκαιρία έκφρασης γνώμης από τις πλατύτερες μάζες. Είναι όμως η επικοινωνιακή επιτυχία ένα ζητούμενο για την επιτροπή που συνεδριάζει κάθε χρόνο; Και κατά πόσον πρέπει να θεωρηθεί έγκριτη τόσο η επιλογή του νομπελίστα με την –άκριτη ή εμπεριστατωμένη– πεποίθηση του ίδιου του αναγνωστικού κοινού. Η υπόθεση εργασίας λοιπόν μοιάζει με την υπόθεση «αυγό του Κολόμβου», κι έπεται συνέχεια καθώς ήδη η κουβέντα γίνεται για το επόμενο «χτύπημα» του Νόμπελ στα όρια του λογοτεχνικού πεδίου. Αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον θέμα συζήτησης και προβληματισμού…