ΛΕΞΗtanil
τ.2

Μνήμη, ως προϊόν κι αποτέλεσμα κουλτούρας στον χρόνο


Καλλιόπη Πασιά

«Ο κύριος Σεμπερέ πίστευε πως ο Θεός ζούσε λίγο ή πολύ στα βιβλία και γι αυτό αφιέρωσε τη ζωή του στο να τα μοιράζεται,
στο να τα προστατεύει και στο να βεβαιώνεται πως οι σελίδες τους, όπως οι αναμνήσεις μας και οι επιθυμίες μας, δεν θα χάνονταν ποτέ,
γιατί πίστευε και με έκανε και μένα να πιστεύω πως, όσο βρισκόταν έστω και ένας άνθρωπος στον κόσμο ικανός να τα διαβάζει και να τα ζει,
θα υπήρχε και ένα κομμάτι του Θεού ή της ζωής»

Το παιχνίδι του Αγγέλου, Καρλος Ρουί Θαφόν.

«Και όταν διαβάζεις τούτο εδώ το γραπτό που κρατάς στα χέρια σου
θα με καταστήσει με την peinture του και τα paroles του παρόντα στη μνήμη σου,
ακόμα και όταν εγώ δε βρίσκομαι σωματικά μπροστά σου» 
Ντε Φουρνιβάλ

«Those who cannot remember the past are condemned to repeat it»
George Santayana

 

Βασικό συστατικό στοιχείο στη δημιουργία ταυτότητας, τόσο για τους πολίτες όσο και για τις κοινωνίες, είναι η μνήμη. Η απώλειά της συνεπάγεται, σε μεγάλο βαθμό, και την απώλεια της συνείδησης, έτσι ώστε να μην γνωρίζεις από πού έρχεσαι, ποιός είσαι, κι έτσι να δυσκολεύεσαι να προσδιορίσεις το πού πηγαίνεις. Είναι γεγονός ότι μια ζωή χωρίς αναμνήσεις πολύ δύσκολα θεωρείται βιωμένη.

Προς τον σκοπό αυτό, κάθε κοινωνία, σε κάθε χρονική περίοδο, στην προσπάθεια δημιουργίας μίας ταυτότητας -και της οριοθέτησής της στον χώρο και στον χρόνο- χρησιμοποιεί συστήματα και δομές, πρόσωπα και λειτουργίες, τελετές, προκειμένου να δημιουργήσει αναμνήσεις, πεποιθήσεις, συνήθειες, αλυσίδες ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον. «These monuments and memories point not only to what we were but to what we want to be», όπως χαρακτηριστικά παρατηρεί και ο Andreas Huyssen το 1995 στο έργο του Twilight memories: Making time in a culture of amnesia.

Κάθε στιγμή, είμαστε το σύνολο στιγμών που έχουν περάσει και το αποτέλεσμα των εμπειριών μας, καθώς η μνήμη είναι το βιβλίο με όλα τα μαθήματα ζωής, η δε μάχη για τη σωτηρία του βιβλίου αυτού, τη μη εξαφάνισή του, είναι η μάχη για την ίδια μας την ιστορία. Αν και είναι γεγονός πως ό,τι ονομάζουμε κουλτούρα και ιστορία, είναι στην πραγματικότητα μια μακρά διαδικασία επιλογής και φιλτραρίσματος απ’ ό,τι έχει προηγηθεί.

Αντικρίζοντας όλα τα μνημεία του παρελθόντος, τις αποθήκες των ιστορικών στιγμών και των αναμνήσεων, ουσιαστικά διατηρούμε ζωντανό τον στοχασμό των προγενεστέρων, εξοικειωνόμαστε με την πίστη ή την πεποίθηση, η οποία άλλοτε επαναβεβαιώνεται και άλλοτε επαναπροσδιορίζεται, καθοδηγούμαστε από τα παραδείγματα, συνειδητοποιούμε την προσωπική και κοινοτική μας ταυτότητα, εμπλουτίζουμε διαρκώς το παρόν με την εμπειρία, και σε κάθε περίπτωση έχουμε έναν τόπο, προορισμό απόδρασης όταν το παρόν είναι δυσβάσταχτο και το μέλλον φαντάζει χειρότερο (Manguel, 1997).

Είναι σημαντικό να παρατηρήσουμε με ποιον τρόπο, κατά το πέρασμα των ετών, και με την έλευση νέων τεχνολογιών και καινούριων συστημάτων μορφοποιείται, διατηρείται και μεταβιβάζεται η διαρκώς εξελισσόμενη μνήμη.


ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ – Η ΙΔΕΑ ΤΗΣ ΑΜΝΗΣΙΑΣ

Στο σήμερα, στη μεταμοντέρνα εποχή η οποία τοποθετείται χρονικά με την ανάπτυξη της τεχνολογίας και την εμφάνιση και εξέλιξη των νέων μέσων επικοινωνίας, η πολιτιστική μνήμη μας μοιάζει να έχει αλλοιωθεί. Ο πολιτισμός μας νοσεί. Είναι πλέον μόνιμα άρρωστος με αμνησία. Δεν χρειάζεται κάποια περαιτέρω θεωρία για να διαπιστώσει κανείς την εκδήλωση του φαινομένου και της κατάστασης. Αν παρακολουθήσουμε μια σειρά από ταινίες του κινηματογράφου (Grossman, ΤΙΜΕ, 2004) θα διαπιστώσουμε ότι η έννοια της αμνησίας έχει εισβάλει και μορφοποιεί τα ερεθίσματα της καθημερινότητάς μας, παρουσιάζοντας το φαινόμενο σαν ένα φυσικό επακόλουθο της εξέλιξης και της τεχνολογίας. Σε τέτοιο σημείο ώστε να καταντά εμμονή.

 Πολλοί θεωρητικοί και ερευνητές καταλήγουν ότι πρόκειται για έναν επικίνδυνο πολιτισμικό ιό που γεννήθηκε μέσα από τα σύγχρονα, ταχύτατα εξελισσόμενα συστήματα τεχνολογίας. Όσα περισσότερα δεδομένα αποθηκεύουμε σε σκληρές, τεχνητές μνήμες, δίσκους, τόσο πιο πολύ αποδυναμώνουμε τη θέληση και τη φυσική ικανότητά μας να απομνημονεύουμε (Hyussen, 1995).


ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ

Η διαδικασία διαχείρισης των πληροφοριών που ονομάζεται «επικοινωνία» αποτελείται από δύο φάσεις: στην πρώτη, παράγεται η πληροφορία και, στη δεύτερη, η πληροφορία διανέμεται σε μνήμες με στόχο να αποθηκευτεί εκεί (Flusser, 1998). Η συγκέντρωση, η διαχείριση, η αποθήκευση και η μεταφορά όλων των πληροφοριών, πέρασε από διάφορα στάδια, ανάλογα με το μέσο.

Ανατρέχοντας στις λέξεις του Αγίου Αυγουστίνου, τόσο ο εγκέφαλος όσο και η καρδιά λειτουργούσαν ως ποιμένες όλων των δεδομένων που οι αισθήσεις αποθήκευαν στη μνήμη μας. Κατά τη διατύπωση αυτή, επιλέχθηκε το ρήμα collirege (που σήμαινε συλλέγω και συνοψίζω) για να περιγραφεί το πώς αυτές οι εντυπώσεις συλλέγονταν από τα ξεχωριστά διαμερίσματα της μνήμης και οδηγούνταν σαν ποίμνιο προβάτων έξω από το χειμαδιό τους, αφού δεν υπήρχε άλλο μέρος όπου θα μπορούσαν να είχαν πάει. (Manguel, 1997)

Αρχικά, στην προαλφαβητική φάση δεν υπήρχε ακόμα κώδικας για την ομιλούμενη γλώσσα. Οι προϊστορικοί άνθρωποι αποθήκευαν τις πληροφορίες σε εργαλεία, εικόνες ή άλλα αντικείμενα, τα οποία όμως ήταν φθαρτά κι εύθραυστα. Οι πληροφορίες μεταβιβάζονταν προφορικά κι αποθηκεύονταν κατόπιν απευθείας στο κεντρικό μνημονικό σύστημα του παραλήπτη με αποτέλεσμα τη σημαντική απώλεια μεγάλων ποσοτήτων πληροφοριών (Flusser, 2003).

Οι προφορικές κοινωνίες βασίζονταν πιο πολύ στη μνήμη, στο να αναπαράγουν ιστορίες και να δημιουργούν μια συνεχή πορεία και μια κοινωνική και πολιτισμική κουλτούρα.

Αντίθετα, οι εγγράμματες κοινωνίες βασίστηκαν σε γραπτούς κανόνες. Η ιστορία του πολιτισμού διακρίνει τρεις περιόδους μετάβασης από προγενέστερο σε επόμενο στάδιο ανάπτυξης, διατήρησης, αλλαγής της κουλτούρας. Η πρώτη στιγμή ήταν η μετα-αναγεννησιακή μετάβαση από το χειρόγραφο στο έντυπο, με διάρκεια από το τέλος του 15ου αιώνα και κορύφωση τον 18ο αιώνα. Η σημασία του έντυπου λόγου για τη δημιουργία πληροφορίας και τη διατήρηση της μνήμης είναι διπλή: σημαίνει παράλληλα τόσο ακινητοποίηση όσο και διατήρηση της γλώσσας. Τοποθετώντας ένα σύμβολο πάνω στο χαρτί κάνουμε μια χειρονομία μονιμότητας, επιλέγουμε ανάμεσα σε ποικίλες εκφραστικές δυνατότητες. Επεξεργαζόμαστε πριν από την επιλογή, καθώς γνωρίζουμε πολύ καλά ότι τα λάθη είναι δύσκολο να διορθωθούν, για τον λόγο τούτον απαιτείται εξαιρετική συγκέντρωση και προσοχή (Eco & Carriere, 2010).

Στη συνέχεια, ακολουθεί η μετάβαση από το έντυπο στη φωτογραφία, το φιλμ, την τηλεόραση, τον κινηματογράφο, και γενικότερα στην κουλτούρα της εικόνας. Σε μια προσπάθεια σύγκρισης ανάμεσα στις διάφορες μορφές της εικόνας, η φωτογραφία σε σχέση με τις κινούμενες εικόνες προσφέρεται, περισσότερο από όποια άλλη μορφή, για τη λειτουργία της απομνημόνευσης - αποτελεί μια καθαρή φέτα χρόνου και όχι μια ροή. Αποτελεί, όπως περίτεχνα δηλώνει ο Flusser (1998), «...μητρώο της θνησιμότητας, ένα άγγιγμα δακτύλου αρκεί για να φορτίσει μια στιγμή με μεταθανάτια ειρωνεία. Αλλά πέρα από υπόμνηση θανάτου είναι και πρόκληση στον συναισθηματισμό. Μετατρέπει το παρελθόν σε αντικείμενο στοργικής φροντίδας, αναμιγνύοντας ηθικές διαφορές και αφοπλίζοντας ιστορικές κρίσεις με το γενικευμένο πάθος της αναφοράς στο παρελθόν».

Η φωτογραφία αποτελεί ένα σύστημα ταξινόμησης της μνήμης, των πληροφοριών στο οποίο ανατρέχουμε κάθε φορά όταν τίθεται ζήτημα προς επανεξέταση και παρακολούθηση, διατηρεί το στοιχείο της μονιμότητας σε σχέση με τις άλλες μορφές όπου η ροή είναι συνεχής και η εικόνα εναλλάσσεται με την επόμενη, με ταχύτητα.

Η περίφημη φωτογράφος, συγγραφέας, ακτιβίστρια, Susan Sontag, στο Περί φωτογραφίας (1993) αντιμετωπίζει τη φωτογραφία ως ένα χρήσιμο όπλο σύνδεσης των χρονικών στιγμών και διατήρησης της μνήμης, καθώς θεωρεί ότι αυτό που η φωτογραφία προσφέρει δεν είναι μόνο αρχείο του παρελθόντος αλλά κι έναν καινούργιο τρόπο να ασχοληθούμε με το παρόν. Σημειώνει ότι «Ενώ οι παλιές φωτογραφίες συμπληρώνουν τη διανοητική εικόνα που έχουμε για το παρελθόν, οι φωτογραφίες που τραβάμε τώρα μετασχηματίζουν αυτό που είναι παρόν σε μια διανοητική εικόνα, σαν το παρελθόν» και καταλήγει στο ότι «...συλλέγοντας φωτογραφίες, ουσιαστικά συλλέγεις τον κόσμο, αποκτάς μια συγκεκριμένη σχέση με τον κόσμο, μια εξουσία».

Αντίθετα ο Flusser (1998), με μια πιο κριτική και απαισιόδοξη ματιά θεωρεί ότι οι φωτογραφίες αποτελούν «μια σταθερή ροή εικόνων που έχουν παραχθεί χωρίς καμία συνείδηση. Οι εικόνες αυτές συνθέτουν μια μηχανική μνήμη, ένα απόθεμα αυτόματων λειτουργιών. Αυτό που παράγουν δεν είναι πληροφορίες αλλά μνήμες συσκευών. Όσο αποτελεσματικότερα το κάνουν τόσο περισσότερο αποδεικνύουν τη νίκη των συσκευών πάνω στον άνθρωπο».

Τέλος, το τρίτο στάδιο είναι η ψηφιακή τεχνολογία. Εδώ και πάρα πολύ καιρό οι πληροφορίες που διαθέτουμε έχουν προσλάβει αστρονομικές διαστάσεις και είναι αδύνατον να αποθηκευτούν σε ανθρώπινες μνήμες. Η ανάπτυξη της ψηφιακής τεχνολογίας μάς επιτρέπει να διανείμουμε όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες σε τεχνητές μνήμες, καθώς η ανθρώπινη μνήμη λόγω της μικρής χωρητικότητάς της δεν δύναται να συν-ψηφίσει τον τεράστιο όγκο πληροφοριών σε νέες πληροφορίες  (Flusser, 2008).


ΟΙ ΤΕΧΝΗΤΕΣ ΜΝΗΜΕΣ ΤΟΥ ΣΗΜΕΡΑ

Δεδομένων όλων των ανωτέρω, του τεράστιου όγκου των πληροφοριών, της ανάπτυξης της τεχνολογίας αλλά και της σύνδεσης των συμφερόντων και της συνύπαρξης των κοινωνιών, ο σύγχρονος κόσμος ανέπτυξε μεθόδους καταγραφής γεγονότων.

Υπολογιστές, φορητοί ή σταθερά δίκτυα, σκληροί δίσκοι, ψηφιακές πλατφόρμες, δορυφόροι, αναμεταδίδουν πληροφορίες αλλά κυρίως αποθηκεύουν σαν νέες βιβλιοθήκες όλες του κόσμου τις πληροφορίες. Η μνήμη σήμερα μοιάζει σαν μια προσπάθεια να επιβραδύνεις την ταχύτητα των πληροφοριών, να αντισταθείς στη διάλυση που φέρνει η ταχύτητα στον χρόνο, να δημιουργήσεις μια άγκυρα σε ένα χαοτικό σύμπαν ετερογένειας και υπερπληροφόρησης (Hyussen, 1995)

Ο άνθρωπος έχει πλέον τη δυνατότητα να επιλέξει χρόνο και τρόπο ανάκλησης και χρήσης των πληροφοριών. Δεν χρειάζεται να εκπαιδεύσει την προσωπική μνήμη και την πνευματική δεξιότητα καθώς γνωρίζει ότι ανά πάσα στιγμή μπορεί να ανατρέξει σε μια τεχνητή μνήμη και, χωρίς κόπο, να αντλήσει όποιο στοιχείο επιθυμεί. Δεν παύει να αποτελεί κίνδυνο όμως για την ατομική ικανότητα της μνήμης καθώς χωρίς εξάσκηση και εκπαίδευση αυτή ατροφεί (Mack, 2003)

Οι δυνατότητες που προσφέρονται από τις νέες τεχνολογίες είναι άπειρες: με ένα πάτημα κουμπιού είναι δυνατό να ανατρέξεις σε ένα παγκόσμιο ιστό πληροφοριών, διαθέσιμων στη στιγμή. Με ένα ακόμα πάτημα μπορείς να αποθηκεύσεις και να διατηρήσεις με την μορφή που έχουν εκείνη τη στιγμή τις πληροφορίες αυτές. Ακόμα και οι υπέρμαχοι του έντυπου λόγου αναγνωρίζουν την αξία της τεχνητής μνήμης. «Τις σημειώσεις που κρατάω τις καταγράφω στη μνήμη του επεξεργαστή κειμένου που οιονεί είναι και δική μου. Όπως ο λόγιος της Αναγέννησης περιφερόταν στα διαμερίσματα του παλατιού της μνήμης του για να ανασύρει μια φράση ή ένα όνομα, εγώ άφοβα μπαίνω στον ηλεκτρονικό λαβύρινθο που βομβεί πίσω από την οθόνη μου» (Manguel, 1997).


ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΗ ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ

Μπροστά σε όλα αυτά τα δεδομένα, τις μορφές διατήρησης και αποθήκευσης των πληροφοριών, της μετάδοσης τους αλλά και της αναδρομής σε αυτές, στην εν γένει λειτουργία που καλείται να επιτελέσει η μνήμη με όποια μορφή εκδηλώνεται αυτή, καλούμαστε να επιχειρήσουμε μια κάποια επιλογή. Τι θεωρεί σημαντικότερο ο καθένας ή πώς προτιμά να ανατρέχει και να αξιολογεί τις πληροφορίες που καθημερινά προσλαμβάνει.

Όσο και αν κατά καιρούς φαντάζουν εντυπωσιακά αλλά και πρακτικά τα επιτεύγματα της τεχνολογίας, πάντα θα έχει ξεχωριστή θέση στην καρδιά και τη ζωή μας το σχήμα, αυτό που μας φέρνει σε επαφή με τις φυσικές ιδιότητες της πληροφορίας, το βάρος της γνώσης, τη μαγεία των εικόνων, και τέλος την ηδονή τού να έχεις συντροφιά στον περίπατο ένα βιβλίο, να αποσύρεσαι στο κρεβάτι έχοντας το στο προσκεφάλι ή να ανοίγεις το άλμπουμ και να χαϊδεύεις τη φωτογραφία των αγαπημένων (Manguel, 1997).

Ειδικότερα σε σχέση με το βιβλίο και την τεχνολογία, είναι γεγονός ότι η ίδια η πράξη της ανάγνωσης δημιουργεί μια πολύ προσωπική σωματική σχέση, κατά την οποία συμμετέχουν όλες οι αισθήσεις, όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει ο Alberto Manguel στην Ιστορία της Ανάγνωσης(1997) «...τα μάτια ψαρεύουν τις λέξεις από το χαρτί, στα αυτιά αντηχούν οι λέξεις που διαβάζονται, η μύτη εισπνέει τη γνώριμη οσμή του χαρτιού, κόλλας, μελανιού, χαρτονιού ή δέρματος, η αφή ψαύει την τραχιά ή μαλακή σελίδα, το λείο ή σκληρό δέσιμο, ακόμα και η γεύση, κατά καιρούς όταν τα δάχτυλα του αναγνώστη φέρνονται στη γλώσσα, που τυχαίνει να είναι ο τρόπος που ο δολοφόνος δηλητηριάζει τα θύματά του στο Όνομα του Ρόδου του Ουμπέρτο Έκο».

Το κάθε βιβλίο, αποθήκη μνήμης και πληροφοριών μας καλεί, πολλά υποσχόμενο, φιλώντας το δέλεαρ πάνω στη ράχη του. Επιθυμεί να αναστραφεί, να ανοιχτεί και να φυλλομετρηθεί. Το άνοιγμα ενός βιβλίου είναι μια συνειδητή πράξη εκλογής, κίνηση ελευθερίας. Κάποιος θα μπορούσε να πει ότι και την πληροφορία από την τεχνητή μνήμη την επιλέγουμε, ακόμη και αν σε αυτήν όλως φτάνουμε συνήθως τυχαία. Στο σημείο αυτό τίθεται και το ζήτημα του κατά πόσο είναι ελευθερία να αφήνεις να παίζει ρόλο η τυχαιότητα, όπως αναρωτιέται ο Flusser (2003).

Από την άλλη, οι λειτουργίες των ηλεκτρονικών υπολογιστών είναι εξαιρετικά απλές, εφόσον καταφέρεις να μυηθείς στη λογική τους. Ωστόσο, δεν παύουν να παραμένουν συστήματα πολύπλοκα από λειτουργική άποψη. Ο περισσότερος κόσμος, είτε από γεωγραφική άποψη είτε από επίπεδο κουλτούρας, παιδείας αλλά κυρίως λόγω οικονομικής απορίας, όχι μόνο δεν δύναται να μάθει το χειρισμό τους αλλά κυρίως δεν έχει καν πρόσβαση σε αυτούς.

Αντίθετα, το μεγαλύτερο μέρος του κόσμου έχει μάθει το αλφάβητο και η τυπογραφία είχε συνέπεια έναν γενικό δημοκρατικό αλφαβητισμό. Πλέον, μια νέα κάστα εγγράμματων αναδύεται (Flusser, 2003). Γεγονός που δημιουργεί έναν συνολικό φόβο ως προς το τέλος του αλφαβητικού γράφειν, το οποίο με τη σειρά του θα συνεπάγεται το τέλος της ανάγνωσης, με την έννοια της ενεργούς συμμετοχής του αναγνώστη, της κριτικής αποκωδικοποίησης. Δεν λείπουν οι απόψεις ότι στο μέλλον όλος αυτός ο οργασμός των επιτευγμάτων της τεχνολογίας θα αφαιρέσει από τους ανθρώπους την κριτική σκέψη μετατρέποντάς τους σε απλούς άκριτους δέκτες μηνυμάτων και πληροφοριών.

Ένας άλλος κίνδυνος που έχει κυρίως να κάνει με πρακτική εφαρμογή, είναι η εξάρτηση των νέων τεχνητών μνημών από την τεχνολογία και τη διαρκή λειτουργία της. Προκειμένου να έχουμε πρόσβαση στα νέα μέσα, είναι απαραίτητος ο τεχνικός εξοπλισμός, η σύνδεση με το ηλεκτρικό ρεύμα, ή με οποιαδήποτε άλλη πηγή ενέργειας, γεγονός που μας κάνει να τελούμε σε διαρκή εξάρτηση. Υπάρχει πάντα ο φόβος ότι με μια λάθος κίνηση, ένα πάτημα λάθος πλήκτρου ή μια δυσλειτουργία του συστήματος, είναι πιθανό να εξαφανιστεί πλήρως κάθε στοιχείο που μέχρι πρότινος αποτελούσε τη «μνήμη» μας (Manguel, 1997).

Επιστρέφοντας στη λειτουργία του παραδοσιακού εντύπου ως αποθήκης πληροφοριών (κυρίως βιβλία και εικόνες), δεν μπορεί παρά να αναλογιστεί κάποιος το αν όλη αυτή η πληθώρα κειμένων που μας κατακλύζει προκαλεί υπερφόρτιση και κατά συνέπεια αδιαφορία, καταδικάζοντας τη δυναμική του εντύπου στο κενό. Καθημερινά ολόκληροι έντυποι σωροί μας περιτριγυρίζουν με αποτέλεσμα να παραβλέπουμε την oυσία. Στο σημείο αυτό δεν πρέπει να διαφεύγει και η άποψη ότι όλος αυτός ο σωρός των εντύπων αποσκοπεί στην παραπληροφόρηση, και αποτελεί μέρος ενός συστήματος στο οποίο συμμετέχουν εκδότες και γράφοντες (Flusser, 2003).

Είναι γεγονός πάντως ότι η μετάβαση από την έντυπη πληροφορία στην ηλεκτρονική/ψηφιακή έχει επιφέρει αλλαγές σε διάφορα επίπεδα. Τόσο στην αλλαγή του τρόπου χρήσης της γλώσσας (ας μην ξεχνάμε ότι η αλλοίωση της γλώσσας είναι το καλύτερο μέσο για να επέμβεις ή να αποκλείσεις μια κουλτούρα με σκοπό να δράσεις αργότερα κατ επιθυμίαν) όσο και στον τρόπο που η αποθήκευση των πληροφοριών διαμορφώνει την ιστορική μνήμη. Αντικρίζοντας τους τόμους των βιβλίων και εικόνων έχουμε μια σαφή εικόνα της διάστασης του παρελθόντος, ενώ αντίθετα μέσα σε όλο αυτό το σύνολο των ψηφιακών πληροφοριών του παγκόσμιου ιστού, που απλά μπορεί να αποθηκευτεί σε ένα αντικείμενο ελάχιστων διαστάσεων, χάνουμε κάθε αίσθηση μόλις το παρελθόν γίνεται η προηγούμενη στιγμή.

Παράλληλα, είναι σημαντική και η μεταβολή στην κοινωνική φύση του ανθρώπου, ο οποίος απεκδύεται μεν το μανδύα του μοναχικού, καθώς καλείται να συμμετέχει σε ποικίλες ομάδες εντός και εκτός της περιορισμένης τοπικής εμβέλειας, η δε ζωή του χάνει όμως στοιχεία ατομικότητας και ασφάλειας, καθώς είναι προσβάσιμη πολύ πιο εύκολα (Eco & Carriere, 2010).

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η μνήμη είναι το αποτέλεσμα αλλά και η γενεσιουργός αιτία της γενικότερης κουλτούρας, η οποία από μόνη της είναι μια διαδικασία επιλογής ανάμεσα σε πληθώρα πληροφοριών και ερεθισμάτων. Σήμερα έχουμε στη διάθεση μας τεράστια ποσότητα γνώσεων, χωρίς να εξυπακούεται και η ποιότητα αυτών, οι οποίες γνώσεις περιμένουν να διαβαστούν, να αξιοποιηθούν, να κριθούν, να μεταβιβαστούν και κάποιες απ’ αυτές να αποθηκευτούν, δημιουργώντας τη μνήμη του παρόντος και το παράδειγμα του μέλλοντος. Είναι στην κρίση του καθενός πόσο θέλει να μετέχει και σε ποια διαδικασία, και κατά πόσο θεωρεί ότι ο ψηφιακός κόσμος του παρέχει τη δυνατότητα κρίσης. «Αν έχουμε στη διάθεσή μας τα πάντα για τα πάντα χωρίς φιλτράρισμα τότε τι θα σήμαινε η μνήμη; Αν έχουμε δίπλα μας είναι ηλεκτρονικό υπηρέτη έτοιμο να απαντήσει σε όποιο ερώτημα τότε τι απομένει να μάθουμε;» αναρωτιέται ο Umberto Eco (Eco & Carriere, 2010).

Το μόνο που είναι αδιαμφισβήτητο είναι ότι με τις νέες τεχνολογίες αποκλείεται η ολοκληρωτική και τελεσίδικη λογοκρισία. Είναι και πάλι στην κρίση μας η επαλήθευση των πληροφοριών τις οποίες θα κληθούμε να αποθηκεύσουμε και να μεταβιβάσουμε.


ΕΥΧΟΛΟΓΙΟ

Σε λίγα χρόνια από σήμερα, όπως έχει ήδη γίνει και με το πρόσφατο παρελθόν, ο κόσμος μας δεν θα μοιάζει καθόλου ούτε με τον κόσμο που θυμόμαστε, ούτε με αυτόν στον οποίο ζούμε σήμερα. Όσο η τεχνολογία αναπτύσσεται τόσο και η σχέση μας με τον χωροχρόνο θα μεταβάλλεται. Κάθε φορά που επέρχεται μια αλλαγή, υπάρχει πάντα η αμηχανία του καινούργιου και ο φόβος μήπως δεν γίνει κατανοητή η μετάβαση. Είναι αλήθεια όμως ότι η νέα τεχνική διανοίγει νέες δημιουργικές πηγές (Flusser, 2003).

Ο άνθρωπος του μέλλοντος θα έχει στη διάθεσή του ακόμη πιο εξελιγμένα συστήματα, που ακόμα δεν μπορούμε να φανταστούμε, και εν μέσω συμμετοχικής μέθης θα παράγει πληροφορίες που θα είναι παράλληλα άφθαρτες αλλά και πρόσφορες σε ανασύνθεση. Εικόνα μπορούμε να έχουμε από τους μικρούς ήδη «εξερευνητές» που καθήμενοι στην οθόνη του υπολογιστή κατέχουν κιόλας γνώση και μετέχουν ενεργά στην παραγωγή της. Θα έχουμε να διαχειριστούμε ερεθίσματα και δεδομένα, άμεσα και επιτακτικά, τα οποία θα είναι πολύ δύσκολο να αρνηθούμε. Κάθε παλιά εφαρμογή θα γίνεται ανάμνηση.

Πολλά πράγματα θα χρειαστεί να μάθουμε εκ νέου. Εκεί ακριβώς έγκειται και η δυσκολία και κυρίως η απαίτηση του μέλλοντος. Είναι στιγμές που κάτι νέο μαθαίνεται δύσκολα, όχι λόγω της φύσης του, αλλά κυρίως επειδή είναι δύσκολο να ξεχάσουμε αυτό που μάθαμε κάποτε. Στο σημείο αυτό πλεονεκτούν οι νέες τεχνητές μνήμες καθώς είναι έτσι προγραμματισμένες, ώστε να μπορούν ανά πάσα στιγμή να επαναπρογραμματιστούν χωρίς κανένα πρόβλημα. Από αυτές αξίζει να διδαχθούμε τη σπουδαιότητα της λήθης. Πρέπει να μάθουμε ότι είναι εξίσου σημαντικό να σβήνεις από τη μνήμη. «Remembering is also forgetting, and the further one goes to seek for a common source the more of history he has to blank out» (Lowenthal, 1985).

Όσο και αν υπάρχει ο φόβος ότι ο άνθρωπος του μέλλοντος κατά τη διαδικασία της δημιουργίας πληροφοριών και μνήμης θα οδηγείται στη λήθη του ίδιου του εαυτού του και θα απορροφάται από ένα χωνευτήρι συσκευών, θα πρέπει να είμαστε αισιόδοξοι ότι τελικά ο άνθρωπος θα μπορεί να επανεφεύρει τον εαυτό του μέσα στο παιχνίδι αυτό, συνδιαλεγόμενος «ανά 2άδες, όπου όλοι θα λένε «εσύ» σε όλους, σε αυτό το δημιουργικό παιχνίδι της αμοιβαίας αναγνώρισης του άλλου» (Flusser, 2008).

Στην πρόκληση αυτή απαντά κανείς εντάσσοντας τον εαυτό του είτε σε αυτούς που δεν θέλουν να προσχωρήσουν σε αποκωδικοποίηση, εμμένοντας στο παρελθόν, είτε σε αυτούς που καταβαλλόμενοι από υπερβολή, μετατρέπουν το οτιδήποτε σε νέα τεχνολογία. Το επιθυμητό βρίσκεται κάπου ανάμεσα, σε αυτούς που θα έχουν συνείδηση της αναγκαιότητας αλλά και της δυσκολίας που φέρει μαζί της η νέα εποχή (Flusser, 2003).

Πάντοτε πρέπει να λειτουργούμε με πίστη προς τον άνθρωπο και τις ικανότητές του. Έχουμε ακόμη στα χέρια μας τη δύναμη να ελέγξουμε την ταχύτητα της εποχής μας, ώς έναν βαθμό τον ρυθμό των πληροφοριών που επιλέγουμε και αποθηκεύουμε, απ’ όποια πηγή και με όποιο μέσο, παράγοντας μνήμη. Αν παραδώσουμε τα όπλα, χαμένοι σε προβλέψεις για το μέλλον, αφημένοι στη λατρεία μιας ιδέας και όχι της ίδιας της απεριόριστης ικανότητας που έχει ο άνθρωπος στο να ανταπεξέρχεται σε αλλαγές και να εκπλήσσει με ακόμα μεγαλύτερες, θα χάσουμε κάθε ελπίδα παρασυρμένοι σε ίλιγγο. Η αλήθεια είναι ότι καμία εικασία δεν είναι βεβαιότητα.  

Όπως με αισιοδοξία διατυπώνει και ο Eco (2010) «...ίσως η γλώσσα είναι πολύ πιο σκληρό καρύδι απ’ όσο περιμένουμε, ίσως ελιχθεί ανάμεσα στα μπιπ και τα κλικ και τις οθόνες το ίδιο εύκολα όπως και στην τυπωμένη σελίδα. Η γλώσσα είναι το στρώμα του όζοντος της ψυχής και αν το αραιώσουμε θα κινδυνεύσουμε σοβαρά»

Μαζί με αυτή, έτσι και η μνήμη μας, ως προϊόν και αποτέλεσμα κουλτούρας, είναι ακόμη διαπραγματεύσιμη. Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι περιβαλλόμαστε από ένα είδος απογραφής της ζωής μας που παράλληλα παρέχει ενδείξεις για το μέλλον μας, στη διαμόρφωση του οποίου μπορούμε να συμμετέχουμε και εμείς.

Καταλήγοντας παραθέτουμε τη διατύπωση του Flusser στο έργο του Προς το σύμπαν των τεχνικών εικόνων (2008):

«ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥ ΠΛΕΟΝΑΣΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΟΝΤΩΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΚΟΥ ΕΝΩ ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΟΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΙΚΑΝΟΣ ΓΙΑ ΜΙΑ ΤΕΤΟΙΑ ΔΙΑΚΡΙΣΗ».