ΛΕΞΗtanil
τ.1

Η διφυής γλωσσική ταυτότητα του Γιώργου Σαραντάρη


Βασίλης Ρούβαλης


Η ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΦΙΓΟΥΡΑ του Γιώργου Σαραντάρη διυλίζεται μέσα από το πρίσμα της αγιοποίησης του προσώπου, χάρη στις καταγραφές μαρτυριών1 γύρω από τη ζωή και τη σύντομη πορεία του έως την εμπειρία του πολεμικού μετώπου, εξαιτίας της θαυμαστικής και δικαίως συγκαταβατικής περιγραμματοποίησης της ποιητικής φιγούρας του, εκλεκτικής και λεπταίσθητης στη διαχείρισή της (Απόμεινε σαν το κατατρεγμένο πουλί μέσα στην παγωνιά ... Περήφανος, μ’ ένα σώμα ελάχιστο και μια μεγάλη ψυχή), κατ’ αρχάς, από τον Οδυσσέα Ελύτη.2 Σε κάθε περίπτωση, ο ποιητής και το πρόσωπο, το έργο και η ζωή, συνυφαίνονται αρμονικά και δηλώνουν απερίφραστα το κοινό πηλίκο: μόνη αληθινή πραγματικότητα για τον Σαραντάρη είναι η δική του πραγματικότητα-ύπαρξη,3 κάτι που σημείωνε ο ίδιος στα φιλοσοφικά δοκίμιά του. Κοινό παρονομαστή αποτελεί η διττή γλωσσική ταυτότητά του: πρόκειται για έναν ιταλόφωνο Έλληνα ή για έναν ελληνόφωνο Ιταλό, δύο ταυτοποιήσεις που συγκλίνουν εποικοδομητικά.

Η στάση του Σαραντάρη απέναντι στη γλώσσα συσχετίζεται με την πραγματικότητα που βίωσε – οικογενειακό περιβάλλον, κοινωνική συναναστροφή, σχέση συνύπαρξης διαφορετικών γλωσσών (ή ποικιλιών μιας γλώσσας) και εξέλιξης στη λογοτεχνική έκφραση. Γεννήθηκε μεν στην Κωνσταντινούπολη, μετακόμισε ωστόσο σε βρεφική ηλικία στην Μπολόνια, όπου τα ελληνικά ακούγονταν στο κλειστό γονεϊκό σύμπαν ενώ τα ιταλικά αποτελούσαν την «επίσημη» γλώσσα στον εκτός σπιτιού κόσμο. Εξαρχής, ο Σαραντάρης υποχρεώθηκε στη διαχείριση μιας διφυούς συνθήκης, όπου διαρκώς αισθανόταν το έμφυτο γλωσσικό του σύστημα να πάλλεται από δύο αντικρουόμενα και αλληλοδιαπλεκόμενα συστήματα: στη γραπτή και την προφορική συνδιαλλαγή, στη διανοητική και ψυχοπνευματική έκφραση, στην ποιητική έμπνευση. Άλλο τόσο υποχρεώθηκε να επιδοθεί σε μια κοπιώδη προσπάθεια για αφομοίωση ‒ή αποφυγή‒ γλωσσικών τύπων της ελληνικής μέσα από την επίδραση της ιταλικής γλώσσας, και αντιστρόφως, που θα εξυπηρετούσαν την άρτια λογοτεχνική του ταυτότητα. Κάθε λέξη, στις δύο γλώσσες, διαθέτει ήχο και δημιουργεί τα όρια ενός διαφορετικού χώρου και χρόνου. Στη συνείδησή του η κάθε λέξη συνεφάπτεται με τον άνθρωπο και ό,τι τον περιβάλλει, άρα είναι η πεμπτουσία της πραγματικής δημιουργίας…

Χρησιμοποιώντας την ανάλογη για τον Διονύσιο Σολωμό αναρώτηση του Ζήσιμου Λορεντζάτου,4 η «μικτή» σκέψη και έκφραση του Σαραντάρη πρέπει επίσης να θεωρηθεί αρετή… Ο ποιητής διέθετε οξυμένη ιδιοσυγκρασία και ζούσε στην ελεύθερη ζώνη μεταξύ δύο κυρίαρχων εθνολογικών εσμών. Είχε συνείδηση του γεγονότος ότι η τέχνη του προαπαιτεί δεδομένο, ισχυρό γλωσσικό οπλοστάσιο για να υπηρετηθεί από τον όποιο μύστη της:

1. Στην Ιταλία, προετοίμαζε το ποιητικό τοπίο που προσδοκούσε να κατακτήσει. Διάβαζε ή απήγγειλλε τα ποιήματά του σε λογοτεχνικές παρέες που συναντιούνταν στη λέσχη του Πολιτιστικού Κύκλου στην Μπολόνια είτε στην πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη.5 Στον κύκλο των συναναστροφών του ήταν δεδομένη η από πλευράς του συνειδητή καλλιέργεια «αποστάσεων» από την όποια ετερότητα δήλωνε η ελληνική καταγωγή του: ήταν ο Giorgio Sarandari για τους φίλους και συμφοιτητές του, μια φυσιογνωμία νέου, υποσχόμενου πνευματικού ανθρώπου που δοκίμαζε τη «φωνή» του, είτε με δικούς του στίχους είτε με παθιασμένες, αισθαντικές απαγγελίες αποσπασμάτων από τους Dante, Petrarca και Torquato Tasso. Κι επιπλέον, από δική του αναφορά6 γίνεται γνωστό ότι υπάρχει η μοναδική επιδίωξη γραφής ενός θεατρικού έργου, στα ιταλικά, σύντομου σε έκταση, που το ολοκλήρωσε το 1928 αλλά δεν το αξιοποίησε λόγω των αρνητικών σχολίων που εισέπραξε. Ο προσωπικός φίλος του και ποιητής Gaetano Arcangeli μάλιστα, ήταν ο μόνιμος και αυστηρός κριτής των πρώτων ποιημάτων του. Σε επιστολή του άλλου φίλου του, Tino Lipparini, γίνεται αναφορά στο σαρανταρικό ποίημα Il tremolare verde delle chiome degli alberi, το οποίο άρεσε σε αμφοτέρους. Ο Σαραντάρης έκρινε αργότερα τις αδυναμίες της ποιητικής του στα χρόνια της φοιτητικής περιόδου, αναγνωρίζοντας τα ελαττώματα αλλά και τη βαθμιαία εξέλιξή του στο διάστημα των σημαντικών αλλαγών που επέφερε η διαμονή του στην Αθήνα.7

2. Η δημιουργική ωριμότητά του επήλθε όταν διέμενε στην ελληνική πρωτεύουσα, έχοντας ήδη τη βιωμένη εμπειρία της δυσχέρειας από την οικονομική καταστροφή της οικογενειακής επιχείρησης αλλά και από την ξαφνική απώλεια του πατέρα του˙ η διαμόρφωση της ποιητικής του εκκινήθηκε στο νέο περιβάλλον.8 Οι ιταλικές μνήμες της ζωής του μετουσιώθηκαν σε σύντομα, μικρά ποιήματα. Η αποξένωση από τα «γνώριμα» και η ένθεση στα «άγνωστα» του προσωπικού του ορίζοντα υπήρξαν καθοριστικά και δημιούργησαν συστοιχίες. Γράφει:


La vita perduta/ in opera di voluttà/ il ricordo dei ricordi/ quando l’anima resta sola/ e non può volgere il viso/ verso il più soave fiore/ che le chiede una lagrima (Αtene, 1935)9

(Η ζωή χαμένη/ στην έγνοια της ηδονής/ η ανάμνηση ανάμεσα στις αναμνήσεις/ όταν απομένει η ψυχή μονάχη/ και δεν μπορεί να στρέψει το πρόσωπο/ προς το λουλούδι το πιο απαλό/ που της ζητάει ένα δάκρυ ‒ μτφρ.: Βασίλης Ρούβαλης)


Ο ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ένας «εκπεσών άγγελος» στη μεσοπολεμική Ελλάδα. Η καταγραφή της έμπνευσής του, από το 1931 κι ένθεν, παραλληλίζεται με την προσπάθεια να ενταχθεί στην κοινωνική πραγματικότητα της Αθήνας, να εγκολπωθεί στο πνευματικό σύμπαν, να γνωρίσει και να μοιραστεί τη δική του «άλλη χαρά» της διανόησης όπως την εννοούσε μέσα από τον Ντοστογιέφσκι, τον Φλομπέρ, τον Προυστ, τον Νίτσε και τους άλλους συμπεριλαμβανόμενους στις αναγνωστικές παραπομπές του. Έφερε στα ελληνικά γράμματα όχι μόνον τη σκευή του στην ποίηση και στη φιλοσοφία όσο και την ιδέα της εξύψωσης της λογοτεχνίας σε μηχανισμό  κατανόησης του κόσμου και του ατόμου. Η παρουσία του προοικονομούσε νέες κατακτήσεις και νοήματα στην ελληνική ποίηση που μόλις τότε έδειχνε να ξεπερνάει τον κατεστημένο παλαμισμό και να μετέρχεται τις κατακτήσεις του μοντερνισμού. Η ηθική δύναμη που ήθελε να προασπιστεί ο Σαραντάρης βρίσκεται στη δύναμη του ανθρώπινου πνεύματος˙ το πρόσταγμα για τα βήματα αυτά είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το γλωσσικό εργαλείο. Γράφει (ποίημα: «Του χρόνου ανάγλυφη εικόνα»):


Δεν ονειρεύτηκα ποτέ το χρόνο/ και τη συντροφιά του/ Μήτε την απουσία του ωσφράνθηκα ποτέ/ σε κάποιο ελάχιστο ηδονικό μου ύπνο

(Αστέρια, 1935)
 

Η μαγεία των λέξεων και των νοημάτων περιέχει όλες εκείνες τις πολυπλοκότητες (τη «μυστηριώδη πρακτική», κατά τον Χόρχε Λουίς Μπόρχες) οι οποίες σταδιακά προσανατόλισαν τον ποιητή στον λαβύρινθο των ιδεών, δηλαδή στην πηγή της γραφής του. Ήταν κατανοητό από τον ίδιον πως θα αντιμετωπίζει διαρκώς και ανεπανόρθωτα, στην εξύφανση του λόγου του, την επιλογή «πλευρών»: από τη μια η ευκαμψία της ιταλικής, από την άλλη οι δυσκολίες της ελληνικής (και δη στην περίοδο όπου η δημοτική έπαιρνε τα ηνία από την καθαρεύουσα) που ωστόσο αυτή θα τροφοδοτούσε την ωριμότερη φάση στην πορεία του στα γράμματα. Ετούτο το δημιουργημένο χάσμα επέφερε μιαν απρογραμμάτιστη αναγέννηση του ποιητή στο νέο γλωσσικό και πνευματικό περιβάλλον του, μετατόπισε το εκφραστικό κέντρο του. Πρόκειται για μη προσδιορίσιμη προβολή ενός επικοινωνιακού υποστρώματος που αναδύθηκε ασυνείδητα για τον ποιητή και προσδιόρισε τη ρίζα της αγωνίας του για τη στιγμή της δημιουργίας, για την προέκταση του πάθους και της ύπαρξής του.

Όμοια με τον Σολωμό, ο Σαραντάρης «δεν ήξερε ελληνικά». Αντιθέτως, ωστόσο, ο Σαραντάρης στάθηκε ικανός να ολοκληρώσει τα συνθέματά του.10 Οι λέξεις του δεν ήταν σωστά γραμμένες αλλά αναλόγως προσπαθούσε να διακριβώσει με αυτές τους ποιητικούς προσανατολισμούς του. Απέφυγε να μπει στον αγώνα τον σολωμικό με όποιες παλινδρομήσεις μεταξύ «νέας» και «ώριμης», ελληνικής και ιταλικής γλώσσας. Πλέον, στην Αθήνα, άκουγε τη μητρική γλώσσα, τη χειριζόταν καθημερινά και εξασκούνταν σε αυτήν παρά τις όποιες δυσκολίες ή αστοχίες (η μαρτυρία για την αυθόρμητη επίκληση του θαυμασμού του για τον Οδυσσέα Ελύτη, λέγοντας «Το Αλεπουντέλι!», είναι χαρακτηριστική).11 Τα ελληνικά ποιήματα εμφάνιζαν σταδιακά τη διάπλαση της ποιητικής γλώσσας του, η οποία γίνεται ρυθμική, διαθέτει νοηματικό φορτίο και διατυπώνει την ιδέα παρ’ όλη τη λεξιλογική ένδεια. Σημαντικότερο γι’ αυτόν αποτέλεσε η οργανική μορφή της ποίησης: το μήνυμα του ποιητή προς τον άνθρωπο επικεντρώνεται στην ομορφιά, στην έννοια που συγκεράζει την ισορροπία της ύπαρξης με το θείο, τη φύση με τον θάνατο, τον έρωτα με την αλήθεια. Στο πρώτο ποίημα («Τα λιγόζωα όνειρα») της πρώτης συλλογής Οι αγάπες του χρόνου (1934) διατυπώνεται συμπυκνωμένα η σκέψη του, μέσα από την εμφανώς πρωτόλεια στιχουργία του:


Τα λιγόζωα όνειρα/ που κλείνουν κάπου/ το παραμυθένιο τους ταξίδι/ σε μιαν άχνα τα τυλίγει η λήθη/ τα σκεπάζει/ μην τα μάτια τα ιδούνε/ μην τα μάτια θυμηθούνε…


Ανατρέχοντας στα φιλοσοφικά του δοκίμια (Συμβολή σε μια φιλοσοφία της ύπαρξης, 1937) γίνεται εμφανέστερο το μήνυμά του: «Τα σύνορα του ανθρώπου είναι η αιωνιότητα […] μονάχα ύστερα από την κατανόηση της αιωνιότητάς του, ο άνθρωπος μπορεί με σοβαρότητα ν’ αποτολμήσει το έργο δημιουργίας, κ’ έργο δημιουργίας είναι εκείνο το σπάσιμο των συνόρων της αιωνιότητας, εκείνο το δυσανάλογο πλήρωμα της στιγμής».12 Ο Σαραντάρης κάνει λόγο για το «ήθος του ποιητή»13 και παράλληλα διευκρινίζει τον προβληματισμό για τη γλωσσική του ταυτότητα: «…πατρίδα του ποιητή είναι η γλώσσα και πως ο ποιητής οφείλει να τρέφει σεβασμό προς τη μία γλώσσα του. Την ξαναπλάθει ναι μεν, αλλά ας μη γελαστεί, δε μπορεί ανεπηρέαστος να καταπιαστεί με μια τέτοια απασχόληση˙ έρχεται η στιγμή και νιώθει, αν το ένιωσε πιο πριν, τι επεξεργάστηκε˙ τα ιδικά του αισθήματα τον πιο κρυφό πιο άξιο εαυτό του… Γιατί η γλώσσα στον ποιητή γίνεται σάρκα, η ουσία του».        


Ο ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΣΚΕΨΗΣ του δίγλωσσου Σαραντάρη διαμορφώθηκε στην Μπολόνια, ακολουθώντας εγκύκλιες σπουδές σε ιταλόφωνα σχολεία και φοιτώντας στο πανεπιστήμιο. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της αδερφής του, Λέλλας,14 ο ποιητής ποτέ δεν διδάχθηκε τα ελληνικά. Ακουγε τη γλώσσα από μια υπηρέτρια φερμένη από το Λεωνίδιο της Κυνουρίας, διάβαζε ελληνικές εφημερίδες και αναμόχλευε ελληνικά βιβλία από την οικογενειακή βιβλιοθήκη στην εφηβεία του. Επισκέφθηκε την Ελλάδα για πρώτη φορά το 1922 και επανήλθε το 1931, έχοντας αποφασίσει να μην παραβεί την πατρική βούληση για στρατιωτική θητεία που θα του έδινε κάποιο τι πατριωτικό πρόσημο. Εν μέσω αυτών των συνθηκών οι προσωπικές επιλογές του περιορίζονταν στην καλλιέργεια της γλώσσας στη δεύτερη πατρίδα του. Η επάνοδός του, λίγο αργότερα, με οριστική και μόνιμη εγκατάσταση στην Αθήνα (φιλοξενούμενος σε συγγενικό σπίτι της οδού Κοδρικτώνος 42Α), εμόρφωσε την πεποίθηση για την ελληνική του ταυτότητα και την πρώτη αίσθηση μιας πατριωτικής κατεύθυνσης: σ’ αυτό συνέτεινε η έστω αχνή εμπειρία της μητρικής γλώσσας που πλέον αποκτούσε προβάδισμα ως αλήθεια για τη γραφή και το όραμά του. Ο Σαραντάρης δεν επέστρεφε από κάποια εξορία, δεν αυτοπεριοριζόταν καταναγκασμένος από συγκυρίες του βίου του ή, ακόμη, δεν αποποιούνταν έναν ορίζοντα – κατέληγε στη φυσική μήτρα του, στον χώρο που εναρμονιζόταν με την πνευματική ενηλικίωση και το γόνιμο χώμα της σπουδής του. Εξ αυτού μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα για την απουσία οποιασδήποτε νοσταλγίας ή απόρριψης της «ιταλικής όχθης», όσο και για την ξεκάθαρη εντύπωση ενός ιδεώδους μα και θολού περιγράμματος της σύγχρονης Ελλάδας: διότι, παρά την αποσπασματική ματιά του ποιητή, εκεί είχε κυριαρχήσει ο μουσολινισμός ενώ εδώ το μεταξικό καθεστώς φρόντισε γρήγορα να μεταστρέψει και να αλλοιώσει την όποια ηθελημένη ειδυλλιακή εικόνα της νεοελληνικής πραγματικότητας.   

Για τον Σαραντάρη, με την προθετικότητα της γραφίδας και της ποιητικής του, η λέξη είναι γνώση και συνείδηση. Εχει γενετική υπόσταση, επομένως, ξεδιπλώνεται και συνθέτει ένα σύνολο αποτελούμενο από το «Εγώ» και τον «Κόσμο». Σημειώνει15 χαρακτηριστικά: «Ο άμεσος βέβαιος εαυτός μας για μας δεν είναι η αίσθηση, όπως κατά τον Κίρκεγκωρντ, αλλά ο Λόγος. Γιατί εκείνο που μας ενδιαφέρει, εκείνο που θεωρούμε γόνιμο, είναι η πρώτη σχέση μας με το ον, με το ον του Παρμενίδη, δηλαδή με το απόλυτο…». Κι επίσης, στοιχειοθετεί την οπτική του μέσα από το ερώτημα: «Γιατί μιλούμε σε σωρό διαφορετικές γλώσσες;…», απαντώντας: «Γιατί το άτομο δεν γνωρίζει ακόμα από προσωπική του εμπειρία ολάκερη τη γη, και δε γνωρίζει όλο το θνητό εαυτό του… […] Πότε ολάκερη η γη θα μπει σε μια γλώσσα;…».

Η γλώσσα ως ολότητα τον απασχολούσε˙ την αποκαλούσε «πατρίδα» και θεωρούσε πως κάθε δημιουργός οφείλει την εκτίμηση και τη στοργή του προς αυτήν αφού «γίνεται σάρκα, ουσία του».16 Επίσης, τον απασχολούσε το «ντύσιμο» της έμπνευσης. Η «ποιητική ενέργεια» για εκείνον ήταν μια σύνθετη δύναμη που κατοικεί ενδόμυχα στον άνθρωπο-δημιουργό. Ανάμεσα στην ποίηση και τον ποιητή, σημείωνε, «δεν υφίσταται φραγμός και ξεχωριστή ύπαρξη…», ενώ διατηρούσε την πεποίθηση ότι η εποχή του βάδιζε προς την ποίηση και την ελπίδα. Επομένως, για τον Σαραντάρη η συμβολή της ποίησης είναι καίριας σημασίας και μόνη, άμεση γνώση της πραγματικότητας. Για να καταστεί ενεργή απαιτείται η συμβολή της γλώσσας, όπου προτείνει: «…(στον ποιητή) οφείλουμε να του αναγνωρίσουμε μια πλέρια εξουσία σ’ εκείνον τον κόσμο του, που χάρη σε μια άοκνη εργασία γίνεται κόσμος όλων των ανθρώπων. Ο ποιητής πλησιάζει τη γλώσσα σαν να ήταν ένα πρόσωπο… και το σύμπαν! Δεν πρόκειται για αυταπάτη˙ ο ελιγμός του ποιητή προς το λόγο φαντάζει την πιο απαραίτητη μορφή πνευματικού βίου».17 Ετούτο ερμηνεύεται ως μια ψυχαναλυτική συνθήκη, ένα όριο μεταξύ επιθυμίας και τέχνης, παρόρμησης και συνειδητής πράξης.

Το σαρανταρικό παλίμψηστον συγκεντρώνεται, αριθμητικά, στο πλήθος ποιημάτων, σημειώσεων, παραθεμάτων, στοχασμών, ανεπεξέργαστων σημειώσεων, το σύνολο αρχειακό υλικό που διατήρησε ο Γιώργος Μαρινάκης στα χρόνια μετά τον θάνατο του ποιητή. Όλο αυτό το corpus, φυλασσόμενο πλέον στη Βικελαία Βιβλιοθήκη Ηρακλείου Κρήτης, συναποτελεί ένα καθρέφτισμα της εσωτερικής διεργασίας που κατέβαλλε για την άρθρωση της ποιητικής γλώσσας του και για την ωφέλιμη κατάληξη σ’ έναν παράδεισο δικών του εσωτερικών συμβόλων, στα όρια της γλωσσικής του ταυτότητας.

Κανένας δεν μπορεί να υποστηρίξει τις τυχόν εξελίξεις ‒τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και τη λειτουργία της γλώσσας‒ στην ορατή διαδρομή του ποιητή. Μόνη εμφανής κι αναλλοίωτη, άλλωστε, παραμένει η ψυχική του συνθήκη ανάμεσα στο καρτεσιανό cogito, στο γλωσσικό του δίπολο και τον κόσμο, από το ποίημα Noi voremmo dare, γραμμένο το ανέμελο 1935 («Θέλουμε να δοθούμε/ Σ’ έναν αγώνα τεράστιο/ Ενάντια στην ηρεμία έξω από τον χρόνο/ Κι ο ασθμαίνων κόπος μας/ Ξεπερνάει τη σεμνή πίστη/ Συγκλίνει σε μια παρόμοια αναζήτηση» ‒ μτφ.: ο υπογράφων) έως τους τελευταίους απέλπιδους στίχους που έγραψε για την αντίστιξη της ζωής: «Εγώ που οδοιπόρησα/ Με τους ποιμένες της Πρεμετής/ Είχα τα μάτια μου/ Παντοτεινά στραμμένα/ Στο εωθινό σου πρόσωπο…».

 

------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

1. Βασικό εγχειρίδιο μαρτυριών γύρω από το πρόσωπο και το έργο αποτελεί η εργασία της Ολυμπίας Καράγιωργα: Γιώργος Σαραντάρης - ο Μελλούμενος, Δίαυλος, Αθήνα, 1995.

2. Οδυσσέας Ελύτης, Ανοιχτά χαρτιά, Ίκαρος, Αθήνα, 1974, σ. 393.

3. Γιώργος Σαραντάρης, Έργα: 1 - Τα δημοσιευμένα από 1933 έως 1942, εισ.-επιμ.: Σοφία Σκοπετέα, Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη, Ηράκλειο, 2001, από το δοκίμιο Συμβολή σε μια φιλοσοφία της ύπαρξης, σ.141.

4. Ζήσιμος Λορεντζάτος, «Σολωμός (Δοκίμιο Ι. Το εκφράζεσθαι)» στον τόμο Εισαγωγή στην ποίηση του Σολωμού, επιλογή κριτικών κειμένων, επιμ.: Γιώργος Κεχαγιόγλου, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο, 1999, σ.171.

5. Ο ποιητής γαλουχήθηκε στο εκκολαπτόμενο πανεπιστημιακό περιβάλλον στην Μπολόνια, ανάμεσα σε συμφοιτητές και νέους ποιητής. Βλ. Γιώργος Σαραντάρης, Οι γνωριμίες και η φιλία, Σημειώσεις για τις Αναμνήσεις που δε θα γράψω ποτέ, μτφ.: Ζήσιμος Λορεντζάτος, Το Ροδακιό, Αθήνα, 2008

6. ό.π., σ.139.

7. ό.π., σ. 117.

8. Καράγιωργα, ό.π., σ. 149. Εν προκειμένω, ο ποιητής Νίκος Παππάς δίνει την εξής μαρτυρία: «…Λίγα πρόσωπα και πράγματα γνώριζε εδώ και δυσκολευόταν πολύ στη γλώσσα την οποία δεν γνώριζε ακόμα καλά, γι' αυτό και η προφορά του κι ο τρόπος που μιλούσε είχε μια εντελώς ιδιαίτερη γοητεία που δυστυχώς πολλοί από τους τάχα φίλους που τον τριγύριζαν την χρησιμοποιούσαν για κοροϊδία».

9. Γιώργου Σαραντάρη, Ποιήματα, ιταλικά και γαλλικά, επιμ.: Γιώργου Μαρινάκη, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1961.

10. Αυτοτελείς εκδόσεις στην ποίηση: 1. Οι αγάπες του χρόνου, Αθήνα, 1933, 2. Τα ουράνια, Αθήνα, 1934, 3. Αστέρια, Εκδοση Κύκλου, Αθήνα, 1935, 4. Γράμματα σε μια γυναίκα, Εκδοση Κύκλου, Αθήνα, 1936, 5. Στους φίλους μιας άλλης χαράς, Αθήνα, 1940.

11. Καράγιωργα, ό.π., σ. 82.

12. Γιώργος Σαραντάρης, Έργα, ό.π., σ. 141-142.

13. Γιώργος Σαραντάρης, Έργα, ό.π., σ. 201-202.

14. Καράγιωργα, ό.π., σ. 66-67.

15. Γιώργος Σαραντάρης, Έργα, ό.π., σ. 91.

16. Γιώργος Σαραντάρης, Έργα, ό.π., σ. 202.

17. Γιώργος Σαραντάρης, Έργα, ό.π., σ. 216.