Exelsior

-Παιδιά, ο Τάκης! φώναξε μ’ ενθουσιασμό η κοπέλα με τον μπερέ. Ξέκοψε
απ’ το τσούρμο των αρσενικών που την περιστοίχιζαν κι έτρεξε με ανυπομονησία
προς το μέρος του.
– Bonjour mon ami, τον καλημέρισε θερμά και κρεμάστηκε απ’ το μπράτσο του.
– Bon-jour, της αντιγύρισε, κοιτώντας κάτω σοβαρός, με επιφύλαξη.
– Πήγες χθες στην παρουσίαση, έτσι δεν είναι; Στάθηκε ξαφνικά απέναντί του
αναζητώντας το βλέμμα του.
-Φυσικά, απάντησε αμέσως εκείνος, χωρίς να το πολυσκεφτεί.Το βλέμμα του τώ-
ρα κάτι έψαχνε, αόριστα, στον ορίζοντα…
– Δεν ήταν ούτε η Φρίντα, ούτε η Ελεονώρα, ούτε ο Δημοσθένης -σχεδόν κανένας
απ’ το έτος μας. Κι εγώ, έπρεπε να βρίσκομαι την ίδια ώρα στον Ιππικό Όμιλο…
Λοιπόν!… Πες μου!
-Τι ακριβώς θέλεις να σου πω, Τζένη; τη ρώτησε με ξαφνική αυστηρότητα, προσπα-
θώντας να τιθασεύσει το καρδιοχτύπι του, που είχε αρχίσει να ξεφεύγει πέρα
από κάθε έλεγχο.
– Γι’ αυτόν… Για την εισήγηση… Την ατμόσφαιρα… Τις αντιδράσεις, όλα. Έλα, το ξέ-
ρεις ότι σ’ εμπιστεύομαι… Το κριτήριό σου είναι αλάνθαστο.
– Εντάξει, … τα γνωστά. Τυπική μπουρζουάδικη σύναξη, με ολίγη από αμφι-
σβήτηση.
– Πού καθόσουν;
– Δίπλα στο πιάνο, κοντά στο παράθυρο…
– Τον είδες από κοντά; Πώς είναι;
– Λίγο πιο γηρασμένος απ’ ό,τι στο εξώφυλλο του βιβλίου. Γοητευτικός τύπος.
– Μίλησε ελληνικά ή γαλλικά;
– Μη με κάνεις να χάνω κάθε ιδέα για σένα, ρε Τζένη! Έχει σημασία; Βασικά,
επανέλαβε αυτά που είπε στην συνέντευξη. Για την ανάγκη ριζοσπαστικοποίησης
της τέχνης, την αναπηρία του να είσαι μικροαστός… Ξέρεις τώρα…
– Είχε κόσμο;
– Πολύ. Κι ακόμη περισσότερους γύρω απ’ τον μπουφέ.
– Η ανυπέρβλητη κουζίνα του Exelsior!
– Tίποτα το ιδιαίτερο.
– Εντάξει, Τάκη, τώρα υπερβάλλεις! Είναι το καλύτερο ξενοδοχείο στην πόλη! Και κάνει το καλύτερο βολ-ο-βάν!
– Καλά τώρα!
– Είναι απίστευτο πόσο αντιδραστικός μπορεί να γίνει σε συγκεκριμένες συνθήκες
ένας προοδευτικός άνθρωπος… Τέλος πάντων, Τάκη μου, αγάπα τον φίλο σου με
τα ελαττώματά του. Σε φιλώ.
Και φίλησε γρήγορα, δεξιά και αριστερά, τον αέρα γύρω απ’ τα μάγουλά του.
Ένα αρωματισμένο σύννεφο τον τύλιξε για λίγο, που μετά το έσυρε πάλι πίσω
της φεύγοντας, σα σάλι.

Ευτυχώς, σκέφτηκε, που είχε προλάβει να διαβάσει τις πρωινές εφημερίδες…
Ο Άγγελος, να ’ναι καλά, ο συγκάτοικός του στη λέσχη, τις κουβάλαγε κάθε πρωί με το σωρό, όταν τέλειωνε τη νυχτερινή βάρδια του στο τυπογραφείο.
Οι κοσμικές στήλες περιέγραφαν την εκδήλωση με κάθε λεπτομέρεια: Από το κόκκινο φουλάρι του Dupont, που τράβηξε όλα τα βλέμματα και ερέθισε μέχρι μανίας τον ταύρο του επαρχιώτικου κουτσομπολιού, ως τους επώνυμους που παραβρέθηκαν και τα εδέσματα στον μπουφέ. Όσο για τους βασικούς άξονες της εισήγησης, πόσο πια να ξέφευγαν απ’ αυτά που ήδη γνώριζε… Είχε διαβάσει και ξαναδιαβάσει αμέτρητες φορές τα δυο προηγούμενα βιβλία και το αρχείο του των αποκομμάτων από τις εφημερίδες ήταν ένα ανεξάντλητο μεταλλείο πληροφοριών προς ανάσυρση. Τον παρακολουθούσε χρόνια τον Dupont∙ ήταν από τους πρώτους θεωρητικούς που διάβασε, νεοφώτιστος της αριστεράς, μαθητής ακόμη στο Γυμνάσιο.
Όμως, ποτέ του δεν είχε μπει στο Exelsior∙ μόνο απέξω κανά δυο φορές
είχε περάσει και τάχυνε το βήμα, ζαλισμένος απ’ τις αντανακλάσεις του μεγάλου πολυελαίου στην τζαμαρία και τη ζεστή ανάσα, την αρωματισμένη με Calvados και άρωμα Etoile, που έβγαινε απ’ την μπρούτζινη στριφογυριστή πόρτα κάθε φορά που άνοιγαν οι λακέδες. Άλλα χνώτα αυτά των πλουσίων. Δεν ταίριαζαν με τα δικά του.
Μόνο απέξω είχε περάσει απ’ το Εxelsior, αλλά είχε καταλάβει πολλά για το είδος των ανθρώπων που περνούν τις ώρες τους εκεί. Ανθρώπων σαν την Τζένη. Ευνοημένων της ζωής, που θεωρούν φυσικό τους δικαίωμα το καλύτερο. Η αλήθεια ήταν ότι την είχε κοροιδέψει. Στα μάτια της ήταν πάντα ένας noble savage∙ αυθεντικός, ακατέργαστος, κοφτός, μα ντόμπρος, ειλικρινής. Υπεράνω ψεμμάτων, μικροτήτων και άλλων κοινωνικών συμβάσεων και συμβιβασμών.
Κι αυτός, έτσι, χωρίς λόγο, ξαφνικά, σε μια κρίση ταξικής εκδικητικότητας,
ρίσκαρε έναν απ’ τους θεμελιώδεις πυλώνες της σχέσης τους: Την εμπιστοσύνη.
Ποτέ δε θα περνούσε απ’ το μυαλό της Τζένης ότι θα μπορούσε κάποιος να νιώθει μειονεκτικά σε τέτοιους χώρους, εκτός τόπου και χρόνου, ανεπαρκής, παράταιρος.
Την κοίταζε ν’ απομακρύνεται αργά-αργά, χαμογελαστή, σίγουρη, σειάμενη-κουνάμενη σα στολισμένο πλοίο που βγαίνει απ’ το λιμάνι, και ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι φορούσε το πιο φθαρμένο του κοστούμι. Το μόνο που είχε πάρει μαζί του απ’ το χωριό, βιαστικά στριμωγμένο στην καρώ βαλίτσα μαζί με τις ελιές και το ζυμωτό ψωμί της μάνας. Θα ήθελε να φορούσε για χάρη της τον ουρανό με τ’ άστρα, αν μπορούσε. Θα ήθελε να τον θαυμάζει, θα ήθελε να είναι άξιός της, κάποιος σπουδαίος, κάποιος άλλος. Όχι ο δευτεροετής από την ορει-
νή Φθιώτιδα με την αβυσσαλέα φιλοδοξία, τις προωθημένες πολιτικές απόψεις
και τα κουπόνια της Λέσχης Απόρου Φοιτητού στην τσέπη.
Μισούσε τις ώρες εκείνες την ταπεινή του καταγωγή, το ηλιοκαμένο, σκούρο δέρμα του, που πρόδιδε ατέλειωτες ώρες δουλειάς έξω, στα χωράφια, τον τρόπο που έκοβε, ασυναίσθητα, στο τέλος των λέξεων τα φωνήεντα, την κραυγαλέα χωριάτικη κοψιά του. Τα ’βαζε με την τύχη, το Θεό, τη μοίρα του. Κι αμέσως μετά μετάνιωνε. Με τύψεις βασανιστικές έφερνε και ξαναέφερνε στο νου του τον πατέρα και τη μάνα, πίσω, στο χωριό, τους λασποπόντικες αυτούς που δούλευαν σκυμμένοι νυχθημερόν πάνω απ’ τη γη, αγκομαχώντας και αποκαλώντας ο ένας τον άλλο ″Λιέν″ και ″Κουόστα″ για να τον σπουδάσουν. Να του προσφέρουν την ευκαιρία ν’ αφήσει μια για πάντα πίσω του τη σκληρή ζωή στο χωριό, να μεταπηδήσει σ’ άλλη τάξη, να γλυτώσει…

Με την Τζένη είχαν γνωριστεί σε ένα αριστερίστικο πάρτυ, μια ″μάζωξη″, μόλις ένα χρόνο πριν, πρωτοετείς στο Πανεπιστήμιο. Του είχε κάνει εντύπωση που αυτή, μια μεγαλοαστή, διάβαζε Τρότσκυ και Κροπότκιν και μιλούσε με την ίδια άνεση για κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής και αβάν-γκάρντ κινηματογράφο.
Του είχε αρέσει απ’ την πρώτη στιγμή, όμως, τα στίφη των πρωτοετών που την πλαισίωναν σχεδόν λατρευτικά, τον αποθάρρυναν. Ρώτησε γι’ αυτή, κι αυτά που έμαθε τον αποθάρρυναν ακόμη περισσότερο: Μια γεννημένη αρχόντισσα. Από παλιό τζάκι δικαστικών, με ιδιόκτητο νεοκλασσικό και πέρα-δώθε στην Ελβετία.
Πού να τολμήσει να της προτείνει να βγούνε έξω, να πάνε πού; Και με τι λεφτά;
Είχε απόλυτη επίγνωση της κατάστασής του, της υπεροχής της και του χάσματος που τους χώριζε. Δυο κόσμοι αγεφύρωτοι κι ανάμεσα, ένας ερωτιδέας σκανδαλιάρης να φτερουγίζει. Μια από δω, μια από ’κει. Περιπαικτικός, αναποφάσιστος. Βασανιστικός. Μια υπόνοια. Απ’ αυτές που γίνονται εμμονές και, πριν το καταλάβεις, σε κάνουν να χάνεις τον ύπνο σου.
Δεν θα γινόταν τίποτε μεταξύ τους, το είχε πάρει απόφαση. Καλύτερα έτσι.
Γλύτωνε τον περιττό κόπο και την ψυχική ταλαιπωρία. Επέτρεπε όμως ακόμη στον εαυτό του να τη θαυμάζει από μακρυά. Με το θαυμασμό εκείνο που είναι μείγμα πόθου κι απελπισίας κι απέχει λίγο από το δέος. Κάθε φορά που την αντίκρυζε, πρώτος χαμήλωνε τα μάτια, σαν αρχαίος μύστης μπροστά στη θεότητά του. Καμιά φορά, για να τιθασεύσει όλο αυτό το ποτάμι που ένιωθε μέσα του, επίτηδες της φερόταν παγωμένα, αυστηρά. Την πλήγωνε επίτηδες, για να έχει, έστω κι έτσι, μια ψευδαίσθηση εξουσίας πάνω της. Κι εκείνη, μ’ όλη τη φόρα και τον καλόβολο αυθορμητισμό της, έπεφτε στην παγίδα. Το έβλεπε στα μάτια της πως της κόστιζε. «Γιατί… Μα… γιατί;» έμοιαζαν να τον ρωτούν, με μια αθωότητα, που την έκανε ακόμη πιο θελκτική.
«Γιατί αυτός που έχει μέσα του πληγές, μόνο πληγές μπορεί να δώσει», απαντούσε μόνος ο Τάκης στον εαυτό του. Και συνέχιζε να τη λατρεύει κρυφά, από απόσταση. Μέσα του, γνώριζε καλά πως δεν υπήρχε καμιά ελπίδα για οτιδήποτε παραπάνω μεταξύ τους από αυτή την ευγενική φιλικότητα που δείχνουν οι άνθρωποι με αγωγή στους κατωτέρους τους. Ανήκαν σε διαφορετικές συνομοταξίες. Εκείνη στους θαμώνες του Exelsior, του Μajestic, του Sublime, και των άλλων πεντάστερων ξενοδοχείων του κόσμου τούτου∙ αυτός, στο είδος εκείνο που περνάει απέξω και δεν τολμάει να μπει μέσα, από φόβο μην τον αποπέμψουν.

Μαρία Σφήκα