ΛΕΞΗtanil
τ.5

Ζηνοβία, η ατίθαση


Γενοβέφα Κτενίδου

Μια ιστορία θα σας πω...

Για άλλη μια Κυριακή, ανέβαινε την ανηφόρα στην είσοδο του χωριού για να δει τον παππού και τη γιαγιά της. Ο χειμώνας ήταν βαρύς. Χιόνι, αέρας, χαλασμός. Ευτυχώς εκείνη τη μέρα δεν είχε και τόσο κρύο. «Λίγο περπάτημα ακόμη και έφτασα», μονολόγησε μέσα από το κασκόλ της. «Γαβ γαβ» ακούστηκε το σκυλάκι, η Αρτεμούλα της, μόλις μπήκε  το κορίτσι στην αυλή του σπιτιού. Η Ζηνοβία τ’ αγαπούσε τα ζωάκια αλλά και τα ζωάκια αγαπούσαν τη Ζηνοβία. Και ειδικά εκείνη η Αρτεμούλα… Σαν τρελή έκανε μόλις την έβλεπε. Και γαβ και γουβ και κολπάκια τσαχπίνικα και χοροπηδήματα και ξέφρενα τρεξίματα. Όλα αυτά για τη Ζηνοβία μόνο. Για κανέναν άλλον. Ποιος ξέρει; Ίσως το ζωάκι θυμόταν πως μετά τη μάνα του η Ζηνοβία ήταν που το κράτησε στην αγκαλιά της και το πήρε από το ένα σπίτι στο άλλο. Και δεν ήταν μόνο αυτό. Με τόση λαχτάρα και αγάπη, μόνο αυτή το κοίταζε ίσια στα μάτια και από πολύ κοντινή απόσταση.

«Καλώς την εγγονούλα μας», είπε χαμογελαστός ο παππούκας της. «Έλα να σε φιλήσω στα μαλλάκια», ακολούθησε η γιαγιά, γιατί σαν να ζήλεψε λιγάκι. Άνοιξε την αγκαλιά της η Ζηνοβία και έδωσε και στους δυο μεγάλη χαρά. «Πήρατε φύλλα;», τους ρώτησε για επιβεβαίωση. «Μόλις πήρες τηλέφωνο, πήγα στο μάρκετ κι αγόρασα. Τυρί έχουμε μπόλικο, γάλα μπόλικο, αυγά γέννησαν οι κότες», απάντησε ο παππούς περήφανος που τα φρόντισε και τα τακτοποίησε όλα. «Τι; Θα κάνεις πίτα κορίτσι μου;», ρώτησε κάπως τρομαγμένη η γιαγιά και μετά τη θετική απάντηση της Ζηνοβίας απόρησε: «Πότε έμαθες να κάνεις πίτα;».

Χαμογέλασε η Ζηνοβία και της απάντησε για άλλη μια φορά πως κάθε Κυριακή έρχεται στο χωριό για να τους κάνει την περίφημη πίτα της. Αλλά, μεταξύ μας, αυτή είναι μόνο η αφορμή. Έρχεται και για να τους κάνει παρέα, γιατί τους αγαπάει πολύ. Και για κάτι ακόμα, όμως. Αυτά τα δυο γατάκια που είναι αδερφάκια και αυτά τα δυο σκυλάκια που είναι μαμά και κόρη, είναι τόσο γλυκά! Και δεν μπορεί να τα αφήσει παραπονεμένα. Πίτα στους παππούδες; Κονσέρβες στα ζωάκια. Γλυκά στους παππούδες; Μπισκοτάκια για ζώα στα ζωάκια. Και έτσι και ξεχάσει να κλείσει την κουζίνα η Ζηνοβία και καεί η πίτα; Τότε, δίνει και την πίτα στα ζωάκια. Αχ, ωραία περνάει στο χωριό η Ζηνοβία με τον παππού Γιάννη και τη γιαγιά Μαριάνθη, με την Αρτεμούλα, το κοριτσάκι της Αρτεμούλας και τα δυο γατάκια.

Όλα έχουν και την πλάκα τους, άμα τα πάρεις κι από την αστεία πλευρά τους! Για παράδειγμα, αναρωτηθήκατε ποτέ πόσο αστείο είναι να σου κάνει  κάποιος τρεις φορές το λεπτό την ίδια ερώτηση; Έτσι έκανε κάθε Κυριακή η γιαγιά Μαριάνθη. «Κορίτσι μου, έφαγες τίποτα;». Έκανε την ερώτηση την ώρα που έπλενε το ταψί η Ζηνοβία. Ήταν η πρώτη φορά που ρωτούσε εκείνη την Κυριακή. Της είπε ένα «ναι» στα βιαστικά η Ζηνοβία, για να τελειώνει, και ξεκίνησε το φτιάξιμο της πίτας. Χρυσοχέρα η Ζηνοβία. Μόλις δεκατεσσάρων ετών κι έντεκα μηνών, και όμως ήξερε να κάνει πίτες, κέικ, μπισκότα με τζίντζερ και φυσικά… μακαρόνια. Αλλά το φετίχ της ήταν οι πίτες! Αλείφει λοιπόν το ταψί με λάδι και βάζει το πρώτο φύλλο. «Έφαγες τίποτα το μεσημέρι;», ξαναρώτησε η γιαγιά. «Δεν θα της απαντήσω», σκέφτηκε η Ζηνοβία, «στο κάτω κάτω φτιάχνω την πίτα. Είμαι απασχολημένη». Έλα όμως που δεν τη γλίτωσε έτσι εύκολα! «Σε ρωτάω. Έφαγες τίποτα το μεσημέρι;», ξαναρώτησε η γιαγιούλα που τα ’χει χάσει λίγο λόγω γεροντικής ανίας, συγγνώμη άνοιας θέλω να πω... «Θα φάω πίτα μόλις γίνει», απάντησε ζωηρά η εγγονούλα. «Ξέρεις να κάνεις πίτες; Εγώ ακόμα δεν έμαθα!», θαύμασε η γεροντότερη. «Δεν πειράζει. Μικρή είσαι ακόμα. Θα μάθεις όταν μεγαλώσεις!», της είπε το νιάτο και χαμογέλασε η γιαγιάκα. Πώς της άρεσε να την πειράζουν τα εγγονάκια της! Μόνο τις φωνές δεν μπορούσε. Τα ’χανε περισσότερο! Κι αυτό το ’χε καταλάβει η Ζηνοβία, κι όποτε τα πράγματα σοβάρευαν, το γυρνούσε στην πλάκα για να ’ναι όλοι ευτυχισμένοι.

Έστρωνε -που λέτε- η Ζηνοβία μας τα φύλλα, έβαζε και σε κάθε φύλλο τυρί, γάλα, λάδι και μπαίνει κι ο παππού-Γιάννης να την καμαρώσει. «Άλλο κουκλίτσα μου; Πώς πάνε τα μαθήματα;». «Όλα καλά, παππού. Μια χαρά και τα μαθήματα. Πήραμε και βαθμούς. Καλά τα πήγα». «Μπράβο χρυσοχέρα μου, μπράβο κούκλα μου», χαμογελούσαν μέχρι και τα μουστάκια του παππού. Εκείνος δεν είχε τελειώσει το δημοτικό και το ’χε παράπονο. Ήθελε τα εγγόνια του να προκόψουν στα γράμματα, μιας που δεν πρόκοψαν στα γράμματα τα παιδιά του.

«Διαβάζεις, διαβάζεις;», συμπλήρωσε την ερώτησή του με αγωνία αλλά και με κάποια σιγουριά. «Διαβάζω γιατί μ’ αρέσει» του απάντησε το υποκείμενο που πάνω του καθρεφτιζόταν ξεκάθαρα η αγωνία και η κάποια σιγουριά. Αλλά μην νομίζετε! Δυσκολεύτηκε το κορίτσι γιατί ο παππούς είναι και λίγο κουφός. Όταν ήταν νεαρός έπεσε, λένε, μια χειροβομβίδα κοντά του και κουφάθηκε. «Θα γίνεις καμιά δασκάλα εσύ!», είπε ο παππούς στη Ζηνοβία με μεγαλύτερη σιγουριά αυτή τη φορά. «Ηθοποιός θα γίνω», του απάντησε εκείνη και τον κούφανε ακόμα περισσότερο. «Τι θα γίνεις;», ρώτησε ο παππούς και έκανε το χέρι του χωνί στο καλό αυτί του για να ακούσει  καλύτερα. «Ηθοποιός! Τι άλλο;», το φώναξε και το φχαριστήθηκε, λες και ήθελε να ακουστεί καλά αυτό που έλεγε μέχρι και το τελευταίο κάθισμα του επιδαύρειου θεάτρου.

«Έτοιμη η πίτα! Πάω να τη βάλω στον φούρνο», είπε και έφυγε τρεχάτη αφήνοντας σαστισμένο τον παππού. Ε, η γιαγιά δεν σοκαρίστηκε. Δεν την ένοιαζε τι δουλειά θα κάνουν τα εγγονάκια της. Γερά να ’ναι, κι ας κάνουν ό,τι θέλουν. Άλλωστε τα τελευταία χρόνια της ζωής της είχαν αρχίσει να τη συγχέουν αυτά που άκουγε, και μην φανταστείτε ότι έδινε και ιδιαίτερη βάση στο καθετί. Ηθοποιός είπε η Ζηνοβούλα; Εντάξει, ηθοποιός. Τι ακριβώς είπαμε ότι είναι αυτό; Όου. Η σύγχυση είναι σοβαρό ζήτημα. Ας αλλάξουμε όμως θέμα.

Έγινε μια νόστιμη η πίτα! Κάθησαν, τη φάγανε κι ήρθε η ώρα να φύγει η Ζηνοβία. Σχολείο είχε την επόμενη μέρα, έπρεπε να κάνει μπάνιο, να διαβάσει. «Θα τα πούμε την επόμενη Κυριακή!», τους είπε και έφυγε με βιαστικά βήματα. «Στο καλό, κυπαρίσσι, κυπαρισσάκι μου!», της φώναξε ο παππούς. Η φιγούρα της ξεχώριζε από μακριά. Από το παράθυρο τη βλέπανε που περίμενε στη στάση το λεωφορείο και παρακάλαγαν να έρθει γρήγορα για να μην ξεπαγιάσει. Ήρθε το λεωφορείο, την πήρε και χαιρετούσε η γιαγιά από το παράθυρο του σπιτιού της τη Ζηνοβία. Η Ζηνοβία δεν την έβλεπε βέβαια, αλλά αυτό δεν είχε καμία σημασία.

Τι γρήγορα που ήρθε και η επόμενη Κυριακή! Είχε πολύν αέρα αυτή τη φορά. Ανέβηκε την ανηφορίτσα και τσουπ, να την στην αυλή του σπιτιού. Φιλιά, αγκαλιές, πίτα, επαναλαμβανόμενες ερωτήσεις της γιαγιάς ή απαντήσεις, όταν δεν άκουγε ο παππούς. Έβαλε την πίτα στον φούρνο και πήγε να δει τα ζωάκια, τα ζωάκια της. Είδε την Αρτεμούλα, είδε τα δυο γατάκια, άφαντο όμως το μικρό σκυλάκι. Έψαξε στα συνηθισμένα μέρη, το φώναξε. Τίποτα. Δεν άντεξε και ρώτησε τον παππού της που μόλις είχε ξαπλώσει για να ξεκουραστεί. «Παππού, πού είναι το μικρό σκυλάκι;». Ο παππούς άργησε ν’ απαντήσει. Όχι όμως γιατί δεν άκουσε καλά. Η Ζηνοβία το φώναξε με όλη της τη δύναμη, καθώς μπήκε με φόρα στο δωμάτιο και άφησε πίσω της την πόρτα ανοιχτή. «Μου ’κανε ζημιά το σκυλάκι!», απάντησε ο παππούς χωρίς να κοιτάει στα μάτια τη Ζηνοβούλα. «Σκούρα τα πράγματα», σκέφτηκε εκείνη και άρχισε τις ερωτήσεις για να μάθει τι απόγινε το σκυλάκι. «Τι ζημιά;», τον ρώτησε μ’ ένα ανακριτικό ύφος που έδειχνε πως θα μπορούσε να γίνει δικηγόρος, αν δεν ήθελε να γίνει ηθοποιός.. «Έφαγε δυο πουλάκια. Έπεσε πάνω τους και τα δάγκωνε», είπε ο παππούς λιγάκι στριμωγμένος. «Και συ τι έκανες;», ρώτησε βιαστικά γιατί δεν άντεχε άλλο να περιμένει. «Το σκότωσα», απάντησε χαμηλόφωνα ο παππούς της Ζηνοβίας, η αδυναμία της, ο στύλος της οικογενείας της, το πρότυπο του οικογενειάρχη. «Το σκότωσες;», ρώτησε η Ζηνοβία με απέχθεια για το πρότυπο.

Κανείς δε μίλησε για λίγα δευτερόλεπτα. «Καλά γιατί το σκότωσες;», ρώτησε λίγο μετά η εγγονή και είχε αρχίσει να φωνάζει. Δεν την ένοιαζε ούτε η διαφορά ηλικίας ούτε το ότι της είχε ο παππούς μεγάλη αδυναμία -μιας και ήταν η μοναδική εγγονή, τα άλλα ήταν αγόρια. «Δεν μπορούσες να κάνεις κάτι άλλο; Έπρεπε να το σκοτώσεις;». «Τι άλλο να έκανα κορίτσι μου;», απολογήθηκε ο παππούς. «Να το έδενες, για να μην πήγαινε στα πουλάκια», είπε η Ζηνοβία, καθότι είχε πάντα λύσεις για όλα. «Πού να το δώσω; Κανείς δεν το ’παιρνε», συνέχισε απολογούμενος ο παππούς. «Δεν είπα να το έδινες! Είπα να το έδενες!», φώναξε περισσότερο για ν’ ακούσει στα σίγουρα ο παππούς τι θα μπορούσε να είχε κάνει - λες και είχε νόημα τώρα πια… Σε άλλη περίπτωση ίσως θα γέλαγε με αυτό το ταίριασμα των λέξεων, αλλά τώρα πώς να γελάσει; «Πότε να πάρω λουρί και πότε να το δέσω;».

 Ο παππούς προσπάθησε να πείσει την εγγονή του πως ήταν αδύνατον να κάνει κάτι άλλο, πως αυτό που συνέβη ήταν η καλύτερη λύση. «Πότε το έκανες;» ρώτησε με αυστηρό ύφος γιατί δεν πείστηκε καθόλου.

«Χθες το πρωί».

«Το έθαψες;».

«Όχι. Το πέταξα στα σκουπίδια».

Η τελευταία λέξη τής έφερε στον νου ένα συνονθύλευμα από άσχημες εικόνες και  μυρωδιές. Λίγο πριν αφεθεί περισσότερο στις σκέψεις της, τον ρώτησε: «Εμένα με σκέφτηκες καθόλου;». Δεν απάντησε ο παππούς, αλλά ούτε και μπορούσε να την κοιτάξει. Αντιθέτως, η Ζηνοβία τον κάρφωνε με τα μάτια της. Πω πω Θε μου, δεν θα ’θελα ποτέ να βρεθώ στη θέση του παππού, απέναντι στη θυμωμένη και πληγωμένη Ζηνοβία. «Εμένα με σκέφτηκες όταν το σκότωνες; Όταν το χτύπαγες;». Δεν τον λυπήθηκε καθόλου τον παππού της εκείνη την Κυριακή. Λίγο μετά ο παππούς είπε κάτι και σαν να ξεχώριζε στη φωνή του ένας λυγμός.

«Να, δεν απαντώ. Έφταιξα».

«Καλύτερα να χτύπαγες εμένα παρά αυτό!».

Η Ζηνοβία έφυγε από κείνο το δωμάτιο. Πήγε στην άλλη άκρη του σπιτιού, εκεί που ήταν ο φούρνος. Περίμενε να ψηθεί η πίτα. Την έβγαλε από την κουζίνα και έφυγε. Εκείνη την Κυριακή δεν είπε ούτε ένα γεια φεύγοντας. Ποιες αγκαλιές; Ποια φιλιά; Ποια χαμόγελα; Έφυγε, έβαλε και την τσάντα της στον ώμο και προχωρούσε με γρήγορο βήμα ως συνήθως, μόνο που αυτή τη φορά ήταν και θυμωμένο. «Δεν πρόκειται να έρθω την άλλη Κυριακή. Ούτε και καμιά άλλη. Δεν πρόκειται να ξαναπατήσω το πόδι μου στο χωριό, ούτε και θα τους ξανακάνω πίτα! Ίσως κάποια στιγμή φέρω κονσέρβες στα ζωάκια, τους τις δώσω και φύγω χωρίς καν να τους χαιρετίσω!», αυτά έλεγε καθώς απομακρυνόταν από το σπίτι. Κοιτούσε κάτω, προχωρούσε και παραμίλαγε. Βέβαια κάτι την έσπρωχνε προς τα πίσω. Όχι μόνο ο αέρας αλλά και η καρδούλα της. Δεν της άρεσε που έφυγε έτσι και που τώρα ήταν μεταξύ τους μαλωμένοι. Αλλά, τι να ’κανε! Έπρεπε να φύγει. Κανένας δεν είχε το δικαίωμα να σκοτώσει το μικρό σκυλάκι. Κι αυτός ο αέρας όμως!  Ώρες ώρες, την έσπρωχνε προς τα πίσω. Λες και της έλεγε: Γύρνα λίγο, γύρνα λίγο!

Μπαμ! Ακούστηκε ένας δυνατός θόρυβος. «Παναγιά μου!» πετάχτηκε ολόκληρη, γιατί ήτανε και φοβιτσιάρα, «Τι ήταν αυτό;»  Γυρίζει πίσω της και βλέπει τον σκουπιδοτενεκέ της γωνίας να ’χει πέσει. Ε, επόμενο, με τόσον αέρα. Σ’ αυτόν τον σκουπιδοτενεκέ πρέπει να πέταξε χθες το σκυλάκι ο παππούς της. Σ’ αυτόν πετάει πάντα τα σκουπίδια του. Τον έχει δει κάμποσες φορές να το κάνει. Να πάει να δει; Όχι, με τίποτα! Δεν θέλει να δει ένα νεκρό σκυλάκι. Θέλει να το θυμάται ζωντανό. Το... σκυλάκι της. Βούρκωσε αμέσως. Έστρεψε την πλάτη της στον κάδο, γιατί δεν ήθελε να τον κοιτάζει, και γυρνώντας αντίκρισε το λεωφορείο των πέντε. «Αμάν! Το λεωφορείο! Ζηνοβία τρέχα να προλάβεις!», είπε  στον εαυτό της και άρχισε να τρέχει λες και έπαιρνε μέρος σε αγώνα δρόμου. Ενώ, πριν το δει, ήθελε να γυρίσει πίσω, τώρα ήθελε πάση θυσία να το προλάβει. Έτρεχε πολύ γρήγορα και έκανε και σινιάλο στο λεωφορείο. Ευτυχώς, την είδανε και περιμένανε.

«Αχ, πρόλαβε το λεωφορείο η Ζηνοβούλα μας», είπε ο παππούς που είχε στεναχωρεθεί πολύ. Δεν ήθελε να το στεναχωρέσει το κοριτσάκι του. Κι αυτός! Τι ήθελε και χτύπησε το σκυλάκι; Γιατί να νευριάσει και να το χτυπήσει μ’ εκείνο το ξύλο; Αν ήξερε ότι θα φαρμακωνόταν η εγγονούλα του, δεν θα το ’κανε. Μακάρι να μην το ’χε κάνει. Μακάρι αυτό το σκυλάκι που δεν το θεωρούσε τόσο σημαντικό μέχρι τώρα να ζούσε! Αυτά σκεφτόταν ο παππούς και αγνάντευε στην αυλή του. Δεν είχε όρεξη να μιλήσει. Και τι να πει; Και σε ποιον να το πει; Θα καταλάβαινε τίποτα η γιαγιά; Είπαμε, είχε γεροντική άνοια! «Τι θα φάμε το βράδυ», άρχισε πάλι τις ερωτήσεις περί φαγητού η γιαγιά, και να πεις πως ήταν χοντρή! Πενήντα κιλά το πολύ! Αλλά ήτανε συνηθισμένος ο παππούς σε αυτές τις ερωτήσεις. Κάθε μέρα τις άκουγε - ευτυχώς λιγότερες φορές απ’ όσες τις έκανε η γιαγιά. Άσε που τώρα δεν της έδινε και καθόλου σημασία. Ταξίδευε με το μυαλό του και κοίταγε μακριά.

Βρε παιδιά, θαύματα γίνονται; Τι λέτε; Γιατί αυτό που έγινε εκείνη τη μέρα, αν όχι θαύμα, τι άλλο να το πεις; Το μικρό σκυλάκι, το κοριτσάκι της Αρτεμούλας, δεν είχε πεθάνει τελικά. Λιποθύμησε όμως, και ο παππούς Γιάννης νόμιζε ότι ξεψύχησε. Το έβαλε σε μια σακούλα και το πέταξε στον κάδο της γωνίας. Το σκυλάκι συνήλθε, φαίνεται, έπειτα από ώρες, έπειτα από λίγο, ποιος ξέρει; Αλλά πώς να βγει από τον κάδο; Ο κάδος ψηλός για το μπόι του κουταβιού. Πώς; Αχ να ’ναι καλά εκείνος ο αέρας και να τα ακούνε αυτά όσοι δεν χωνεύουν τους αέρηδες. Κάνει και καλά ο αέρας, βρε παιδιά, δεν κάνει μόνο κακά. Να, ορίστε! Έριξε τον κάδο και το μικρό σκυλάκι κολύμπησε ανάμεσα στα σκουπίδια και βγήκε έξω. Και πού να πάει, το καημένο; Είχε να πάει αλλού; Ή μήπως ήξερε ότι υπάρχουν άλλα μέρη; Στην αυλή του παππού Γιάννη γεννήθηκε, στην αυλή του παππού Γιάννη πέθανε! Αμ δεν πέθανε όμως! Κι αυτό ήταν αλήθεια, μια πραγματική αλήθεια! Πήγε, λοιπόν, ξανά στο σπίτι του παππού Γιάννη και της γιαγιάς Μαριάνθης.

«Μπα! Βλέπουν καλά τα μάτια μου;», απόρησε ο παππούς. Βγήκε έξω στην αυλή να δει, να ’ναι σίγουρος, γιατί το μυαλό του ανθρώπου κάνει καμιά φορά παιχνίδια. Κι όμως, αυτό ήταν! Αυτό το σκυλάκι έβλεπε από το παράθυρο, μέσα από το σπίτι του! Μα καλά πώς; Αχ και να το ’ξερε η Ζηνοβούλα! Αχ πόσο θα χαιρότανε!

Η Ζηνοβούλα μες στη βδομάδα δεν είχε καθόλου χρόνο να σκεφτεί το σκυλάκι. Λίγο που το κουβέντιασε μ’ ένα φιλαράκι και συμμαθητή της, τον Ανδρέα, και έκλαψε και μπροστά του και μετά δεν αναφέρθηκε πάλι σ’ αυτό. Της έφυγε κι ο μεγάλος θυμός για τον παππού, αλλά όχι εντελώς. Ήρθε όμως το Σάββατο. Τι γρήγορα που περνάνε οι μέρες. Κι αύριο τι μέρα είναι; Κυριακή.

Δεν άντεξε.. Πήγε στο χωριό και θα του τα ’λεγε του παππού «Δεν μου πήγαινε καρδιά να μην έρθω. Όχι όμως πως τα ξέχασα». Και τι; Τώρα που πλησίαζε στην αυλή του σπιτιού έπρεπε να σηκώσει τα μάτια και να δει τρία αντί για τέσσερα ζωάκια; Έπρεπε όμως να το κάνει. Δεν μπορεί να ξεχάσει τα άλλα τρία! Τι χρωστάνε τα ζωντανά;

Τι μεγάλη έκπληξη ήταν αυτή όμως όταν είδε τέσσερα στην αυλή αντί για τρία; Και μάλιστα τα γνωστά τέσσερα! Το πήρε κατενθουσιασμένη στην αγκαλιά της και καθησύχασε την Αρτεμούλα που φοβόταν μήπως της ξαναπάρει κάποιος το παιδί της. Έπαιζε και με την Αρτεμούλα και κοίταζε βαθιά στα μάτια το μικρό σκυλάκι όπως έκανε και με την Αρτεμούλα –όταν, κουτάβι, την πήρε από το άλλο σπίτι‒ για να της έχει και αυτό εμπιστοσύνη. «Ζεις, ζεις, είσαι ζωντανό!», ξεφώνισε από χαρά.

Μπήκε μέσα στο σπίτι. Ύστερα από λίγη ώρα έκλαιγε και αυτή κι ο παππούς της.. «Όταν μου ’πες καλύτερα να χτύπαγες εμένα παρά αυτό, σταναχωρέθηκα πολύ, κορίτσι μου», της είπε με δάκρυα. «Κι εγώ στεναχωρέθηκα», απάντησε η Ζηνοβία κλαίγοντας. «Τώρα δεν το πειράζω», είπε αποφασιστικά ο παππούς. «Σ’ ευχαριστώ», είπε γλυκά-γλυκά η Ζηνοβία στο πρότυπό της.

Κι έκανε μια πίτα, βρε παιδιά, εκείνη τη μέρα. Άλλο να σας το λέω και άλλο να τη δοκιμάζετε... Πολύ νόστιμη και πολύ καλοψημένη! Ευτυχώς οι παππούδες δεν μασάνε σκληρές τροφές, και έτσι η Ζηνοβία έκοψε τις άκρες της πίτας και τις έδωσε στα σκυλάκια και στα γατάκια. Κι έτσι που έβλεπε εκείνο το μικρούλικο να τρέχει μαζί με τ’ άλλα ζωάκια, έλεγε από μέσα της: «Κάπως πρέπει να το βαφτίσω αυτό το σκυλάκι! Θα το πω Θέκλα». Έβλεπε ένα σήριαλ στην τηλεόραση και η Θέκλα ήταν, λέει, μια ηρωίδα που είχε θεωρηθεί νεκρή αλλά τελικά αποδείχτηκε πως ζούσε. Οπότε σκέφτηκε λογικά η Ζηνοβία: «Ηθοποιός θέλω να γίνω, αυτό το όνομα θα διαλέξω».

Αχ, τι ωραία που είναι τα θαύματα  βρε παιδιά!