ΛΕΞΗtanil
τ.5

Εκούσια Έκδυση


Κική Σαραντέα

Και μια μέρα αποφάσισε να σηκωθεί. Το αποφάσισε έτσι, αβίαστα, σαν να της αποκαλύφθηκε ένα πολύ απλό μυστικό. Ανακάθησε στο κρεβάτι. Κοίταξε το μαξιλάρι της ένα μαξιλάρι γεμάτο αποτυπώματα και αφηγήσεις. Το χάιδεψε απαλά και με μια κίνηση αποχαιρετισμού, σχεδόν μητρική, το πήρε στα χέρια της, περπάτησε ώς το παράθυρο, τράβηξε την κουρτίνα κι άνοιξε διάπλατα τα παραθυρόφυλλα. Με ρυθμικές, κυματιστές κινήσεις, άρχισε να το τινάζει. Πρώτα, έπεσε ένα βρέφος, όταν ακούμπησε στο πεζοδρόμιο έγινε μικρό κορίτσι που μπουσούλησε γρήγορα και κρύφτηκε πίσω από τη ρόδα ενός αυτοκινήτου. Έπειτα, έπεσε ένας ήλιος κι ένα χωράφι σπαρμένο ντοματιές, με δυο οχτάχρονα ξανθομάλλικα στη μέση ν’ ανταλλάσσουν αθώα κόκκινα φιλιά. Μετά, μια θυμωμένη έφηβη αγκαλιά με τις Δέκα Εντολές, προσγειώθηκε δίπλα στον κάδο των σκουπιδιών. Ακολούθησαν λέξεις, ένα σχισμένο ημερολόγιο, ένα ντέφι, μια παρέα άκαυστων αγοριών, ένα τσαλακωμένο πακέτο τσιγάρων που πάνω του ήταν γραμμένο ένα ποίημα, ένα ποτάμι, μια υπόσχεση, ξέπνοα φιλιά, ένα υγρό λευκό εσώρουχο, ένα εισιτήριο. Στο επόμενο τίναγμα, μια φωτογραφική μηχανή έσπασε με πάταγο στο πεζοδρόμιο και τ’ αρνητικά ξεχύθηκαν στον δρόμο, κόλλησαν στους τοίχους και χώθηκαν στις τσέπες των περαστικών. Έπεσαν και μερικές πέτρες, ένα τρένο, ένα γέλιο και μια σκιά, έπεσε και μια πόλη ολόκληρη.    Έπεσε ένας χειμώνας και μια άνοιξη, ένα πανηγύρι, μια θύελλα και δυο αγέννητοι. Για μια στιγμή, εκείνη σταμάτησε το τίναγμα, σαν να φοβήθηκε κάτι, κάτι αόρατο, ασυναίσθητο. Τα μάτια της κοίταξαν τριγύρω, κάτω στο πεζοδρόμιο και απέναντι, έκανε να βγάλει φωνή, να μαζευτούν, να γυρίσουν πίσω όλα όσα πριν είχε πετάξει. Μα ήταν μόνο μια στιγμή που σταμάτησε, μόνο μια στιγμή που τρόμαξε. Είχε πια σηκωθεί, το γεγονός είχε συμβεί. Μ’ ένα πνιχτό γέλιο, κούνησε τα χέρια της βίαια κι από το μαξιλάρι γκρεμίστηκε ένας λαβύρινθος, μια μάσκα και μια ανάγκη, ένα περλέ γοβάκι, ένας δειλός με τατουάζ, ένα μνημόσυνο, έπεσαν πυροτεχνήματα και μια σειρά από σαράντα δυο κάμπιες… Κατάλαβε ότι είχε τελειώσει, η δουλειά είχε γίνει. Μόνο ένα ζευγάρι πράσινα, σκουριασμένα μάτια, κούρνιαζαν στο μαξιλάρι, βούλιαζαν όλο και πιο πολύ, κρύβονταν αθόρυβα να μην τα διώξει. Εκείνη, συγκινήθηκε με αυτήν την απέλπιδη πράξη και άφησε μαλακά το μαξιλάρι να πέσει στον δρόμο, τα κοίταζε που την κοιτούσαν πέφτοντας. Έκλεισε τα παραθυρόφυλλα, τράβηξε την κουρτίνα, ήταν Δευτέρα πρωί, το σχήμα του κόσμου είχε αλλάξει. Χαμογέλασε, πήρε την καπνοθήκη της κι άρχισε να στρίβει ένα τσιγάρο.