ΛΕΞΗtanil
τ.5

Όνειρα με υλικό το σύννεφο


Δήμος Χλωπτσιούδης

Της θάλασσας τα δάκρυα

...στις αιρέσεις του χειμώνα

δωροδοκείται η θάλασσα...

(Φροσούλα Κολοσιάτου

«φοράει τα μάτια του νερού»)

Χαμόγελα σκάβουν σχολικές αυλές

γέλια πρασινίζουν το τσιμέντο

με τιτιβίσματα αλλόκοτα

μεσιτεία στον ουρανό

για τον αναπαμό

ματιών που χάθηκαν

στα αλμυρά κλαριά του πελάγου

σαν γαλάζια μήλα

δίχως ρίζες να χορτάσουν

τη θάλασσα

 

Ένα δάσος γέλια φτάνει

για να πρασινίσει κι ο ήλιος

να φωτίσει τα ζωηρά βλέμματα

πριν οι ανάσες των νεκρών

βγουν από το βρεγμένο χώμα

προστατεύοντας το χρώμα των παιδιών

από τις βροντές των δράκων

που κρύβονται στα σύννεφα

 

 

Ένοχοι

κατηγορηθήκαμε

ότι προσπαθήσαμε να κλέψουμε λίγο ουρανό

ότι ενδύσαμε τα οράματά μας με φως του ήλιου

πράγματι

βάψαμε με λίγο γαλάζιο τ' ουρανού τις ελπίδες μας

ποτίσαμε με κλεμμένες ακτίνες τις ανάγκες μας

ομολογούμε

 

είμαστε ένοχοι

που ζωγραφίζουμε ακόμα όνειρα

 

 

Οι κάμπιες

Πόσο δηλητήριο πότισα τις κάμπιες που
μ' έτρωγαν τα φύλλα. ήθελα, βλέπεις,
φουντούκια για νύχτες κινηματογραφικές. Μα
όταν ο τόπος μέρες μετά γέμισε πεταλούδες
θαύμασα την ομορφιά τους. ταξίδια
ονειρευόμουν και μεταμορφώσεις. αν
οι κάμπιες ήταν παιδιά της φωτιάς, σήμερα
θα είχε μεταμορφωθεί ολάκερη η κοινωνία

 

 

Παρατηρητής ονείρων

στις πορείες στέκομαι

πάντα στο μέσο

εκεί που χτυπούν οι μπάτσοι

εκεί που βλέπεις τον γνήσιο διαδηλωτή

δίχως χαμόγελο, γεμάτο οργή,

σκυθρωπό και φοβισμένο

εκεί που πάντα έχει άγνωστα πρόσωπα

χαραγμένες συνειδήσεις

με όνειρα γεμάτα σκουριά

σαν καρφιά

 

 

Γερασμένη ουτοπία

Here's looking at you, kid

(Casablanca, 1942)

Άσπρισαν τα δέντρα στο κεφάλι μου

κι ένας πάνθηρας αυλακώνει

το πρόσωπό μου

Μόνο μνήμες αφήνει

να κυλήσουν στις χαράδρες

σκαλίζοντας πληγές

π’ ακόμα δεν κλείσαν

Χιονισμένα μάτια

πουλιά

χορεύουν στα σύννεφα που

χτίσαμε την ουτοπία μας

κι ακόμα ψάχνουμε

τους μαγικούς σπόρους

της ισότητας και της αναδιανομής

 

 

Οξύς ποιητικός διπολισμός

Χάθηκε το γέλιο του τρελού

που έμενε με τη γριά

διακοσμούσε, κύριε αστυνόμε,

τα μισογκρεμισμένα μας όνειρα

και τη ζαρωμένη γειτονιά

οι παπάδες δίχως φέρετρο

θυμιάτισαν

και αντί για κηδειόχαρτο

κόλλησαν μία γνωμάτευση

 

ο ασθενής πάσχει από οξύ ποιητικό

διπολισμό• όταν αισθάνεται ποιητής

θέλει να αλλάξει τον κόσμο• η κατάστασίς του

κρίνεται επικίνδυνη• προτείνεται θεραπεία

άμεσος με ενδοφλέβια χορήγηση λέξεων

ώστε να περιοριστούν οι κρίσεις ειλικρίνειας

 

δεν τον έθαψαν ιερείς μα κριτικοί

που τον λιβάνισαν πριν τον ξεχάσουν

 

στον Ν.Ε. και Μ.Α. 2017 μ.Χ.

πτήση βολ-πλανέ

σανιδώνοντας ένα μαύρο αυτοκίνητο

στις φωτισμένες λεωφόρους

μιας άλλης πόλης

(Γιάννης Αντιόχου «διάλυσις»)

Αγγελτήρια θανάτων

σημαδεύουν τη νέα εποχή,

κυρ-Νίκο, φίλων

που θάψανε οράματα

σε καντηλάκια πρόχειρα

στις όχθες της ασφάλτου

μάνας τρελής

ουρλιαχτό μακρινό

σε πένθιμους δρόμους

κλάμα παιδικό

δίχως αγκαλιά

καθώς στριγκλίζουν σειρήνες

ασθενοφόρων

στραγγίζουν οι θυσίες

με καύσιμο

χυμένο αίμα

από τρύπιες αρτηρίες

 

Σαπίζουν τα άνθη

στο άγγιγμα της μάνας

μουλιάζουν τα μοιρολόγια

σαν τα χρόνια που θάφτηκαν

διψασμένα για ταχύτητα

 

Ο μικροπωλητής

πουλά ο μαύρος χαϊμαλιά

για αστραγάλους

            -ειρωνεία, εκεί που κάποτε

αλυσοδέναν τους προγόνους του

            τώρα δένει στολίδια

–  Πόσο;

–  Από δύο

–  Τα δύο, δύο, λέω

–  ΟΚ

και μου δίνει...

– Πώς είναι πίσω;

–  Πόλεμος, λέει με τραυματισμένα ελληνικά. Πολύς πλούτος γη, ορυκτά και θάνατος

 

τον κάλεσα γα τσίπουρο, έκατσε. τα είπαμε,

έκλαψε, μ’ αγκάλιασε. πόνεσα,

πόνεσα πολύ· πιο πολύ πόνεσα για όσους μας

κοιτούσαν με ειρωνεία βουτηγμένη σε μίσος

 

πριν φύγει του έδωσα τα δύο

που του ‘φαγα στα παζάρια