ΛΕΞΗtanil
τ.5

Αριστος επαγγελματίας


Στέλιος Λιθοξοΐδης

Χαρά που έκαναν οι δικοί μου όταν μάθαμε πως με πήραν στην τράπεζα. Λες και δεν το ξέραμε. Μάλλον περιμέναμε την επίσημη ανακοίνωση για να σιγουρευτούμε. Έκτοτε, όποτε με βλέπει ο βουλευτής στον δρόμο, μου κλείνει το μάτι. Ας είναι. Δεν ήμουνα δα και κανένας αμόρφωτος, σαν άλλους που προσέλαβαν. Πήγα πανεπιστήμιο, έκανα και δύο μεταπτυχιακά. Μιλάω και τρεις γλώσσες. Άξιζα τη θέση, ακόμη και χωρίς τα καλά λόγια του βουλευτή.
            Κάθε Κυριακή πρωί παίρνω τη γυναίκα μου και πάμε εκκλησία. Ευχαριστούμε τον Θεό που εργάζομαι. Που φέρνω λεφτά στην οικογένεια. Που τη συντηρώ κι έχουμε ένα σπίτι και τα βασικά. Κάθε Κυριακή βράδυ παίρνω ένα κουτάκι μπύρας και περπατάω μόνος μου. Περπατάω μέχρι να φτάσω σε μια μονοκατοικία, περίπου δύο χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι μου. Η αυλόπορτά της είναι κλειδωμένη με μια αλυσίδα. Ξερά φύλλα είναι απλωμένα σ’ όλη την αυλή. Τα πατζούρια κλειστά σ’ όλα τα παράθυρα. Στα κάγκελα της αυλής υπάρχει πινακίδα που με  προειδοποιεί να προσέχω το σκύλο, μα σκύλο δεν βλέπω πια μέσα. Ούτε ο κυρ-Βασίλης υπάρχει πια μέσα. Δεν υπάρχει κανείς. Δεν υπάρχει κανείς γιατί εγώ υπέγραψα να κατασχεθεί αυτή η κατοικία. Η πρώτη μου υπόθεση στην τράπεζα. Να βγάλω στο σφυρί το σπίτι του κυρ-Βασίλη, γιατί αδυνατούσε να αποπληρώσει τα δάνειά του.

            Ο κυρ-Βασίλης είναι ένας γεράκος που έπαιζε τη σύνταξή του στο χρηματιστήριο. Δανείστηκε πολλά και τα ξανάπαιξε, για να γίνει πλούσιος. Δεν είχε κανέναν να τον συνετίσει, ούτε γυναίκα ούτε παιδιά. Τα σκυλιά δυστυχώς δεν μιλάνε. Πλούσιος δεν έγινε, αλλά έχασε κι όσα είχε. Τώρα κοιμάται σε ένα παγκάκι μαζί με τον σκύλο του. Τον λυπάμαι, μα δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς. Έπρεπε να κάνω τη δουλειά μου και την έκανα. Μεθαύριο το σπίτι του δημοπρατείται.

            Στα νιάτα μου ήμουν ρομαντικός. Τώρα αμφιβάλλω αν είμαι κάτι άλλο, πέρα από ένας γραφειοκράτης με τετράγωνη λογική. Αν δεν έχεις λύσει το βιοποριστικό σου, δεν μπορείς να είσαι ιδεολόγος. Γιατί θα αλλάξεις. Γιατί θα εκτεθείς. Την μισώ τη δουλειά στην τράπεζα. Εγώ σπούδασα φιλόλογος, όχι οικονομολόγος. Ήθελα να είμαι σε σχολείο, όχι σε ένα γραφείο. Αλλά δουλειά δεν έβρισκα. Η οικογένειά μου παραλίγο να διαλυθεί. Μίλησα λοιπόν στον βουλευτή. Θυσίασα την αξιοπρέπειά μου και την ευτυχία μου, για να αποκτήσω μια δουλειά που δεν αγαπώ και δεν με εκφράζει. Ας είναι. Φτάνει που βλέπω τη γυναίκα μου να χαμογελάει.

            Το πρωί στην δουλειά μαθαίνω πως ο κυρ-Βασίλης πέθανε. Μόνος. Στο παγκάκι, στο κρύο, με το σκύλο από δίπλα. Άλλοι είπαν πως πάγωσε, άλλοι πως αυτοκτόνησε, άλλοι πως η καρδιά του δεν άντεξε τη στενοχώρια. Δεν περιμένω να μάθω την ακριβή αιτία θανάτου. Ήδη νιώθω τύψεις. Ήδη αισθάνομαι υπεύθυνος. Κακώς. Ποιος του είπε να τζογάρει στο χρηματιστήριο; Ποιος του είπε να μην πληρώνει τις δόσεις του δανείου του; Ποιος του είπε να υποθηκεύσει το σπίτι του; Γιατί να νιώθω άσχημα για αυτόν τον γέρο; Εγώ  τη δουλειά μου έκανα. Έκανα αυτό για το οποίο ο εργοδότης μου με πληρώνει. Αλλά δεν γίνεται. Νιώθω υπεύθυνος. Και πάντα θα νιώθω. Όσο κι αν βρίσκω ελαφρυντικά, όσο κι αν οι άλλοι με παρηγορούν και μου λένε πως έκανα τη δουλειά μου. Αυτή είναι η δουλειά μου άραγε; Να αφήνω τον κόσμο άστεγο κι έπειτα να μη με νοιάζει αν πεθάνει; Δεν ξέρω.

            Ίδια ώρα με την κηδεία ξεκινάει και η δημοπρασία. Εγώ θα πάω στο πρώτο. Έχω να ζητήσω μια συγγνώμη από τον νεκρό. Εξάλλου τις δημοπρασίες τις θεωρώ καταραμένες. Πόσο μάλλον τη συγκεκριμένη. Δεν θα ήθελα να είμαι εκεί, δεν θέλω να δω ποιος θα κερδίσει το σπίτι. Δεν με νοιάζει κιόλας. Άλλωστε εγώ, τη δουλειά μου την έκανα.