ΛΕΞΗtanil
τ.5

ΕμπΝΕυΣΙΜΟ


Μάρτζη Κοντέσσα

Οι φτέρνες μου παπάριαζαν στο νερό. Όχι, όχι ακόμη είναι αρχή. Οι φτέρνες μου μούλιαζαν στο νερό. Τι μούλιαζαν; Θαρρείς και είναι ρεβίθια! Τα σιχαίνομαι τα ρεβίθια παρεμπίπτοντος.  Οι φτέρνες μου εμβρέχονταν στο νερό. Όπα!  Θα γελάσουν και οι πέτρες δεν κάνει. Οι φτέρνες μου ήταν στο νερό. Πολύ απλό αλλά ας το κρατήσω. Οι φτέρνες μου λοιπόν ήταν στο νερό και… και τι σκατά; Βρεχόταν; Πάμε πάλι. Οι φτέρνες μου βυθισμένες στον νερό. Αυτό είναι! Να βγάζει και μυστήριο. Βυθισμένες στο νερό δρόσιζαν τις σκέψεις μου. Ένα ελαφρύ αεράκι (κλισεδιά) παράσερνε τα μαλλιά μου. Σκεφτόμουν. Κάτι που συνήθως παρωχημένα κάνω ή από συνήθεια. Όλοι χαμένοι στις σκέψεις τους άλλωστε και γύρω μου, με τα μάτια κλειστά. Εγώ δεν βγάζω νόημα εσύ; Κάτι περίμενα πάντως. Θες η παράξενη αυτή κατάσταση του τελευταίου διαστήματος; Θες ότι το νερό μέσα στο οποίο παπαριαζαν, μούλιαζαν δηλαδή ή ήταν οι φτέρνες μου θύμιζε αρκετά εκείνες τις παιδικές εξορμήσεις; Θες επειδή αυτή τη στιγμή φοβάμαι πως εκείνος έχει διαβάσει ως τώρα εκατόν εξήντα έξι λέξεις κι ούτε μια δεν έχει πει; Ό,τι και να θες εγώ το περίμενα και δεν είχα ιδέα τι ήταν. Κουράστηκες; Λογικό, εγώ πάντως κουράστηκα φοβερά. Στη θέση σου θα το παρατούσα. Άσε τις δικαιολογίες όλοι έχουμε παρατήσει κάτι στη μέση ακόμα και σοβαρότερα απ’ αυτό εδώ. Το περίμενα με τόση λαχτάρα που ήτανε σαν να το ζω. Κλεμμένο θα μου πεις και δίκαιο θα έχεις. Έτσι μάθαμε σου απαντώ και συνεχίζω. Μπορεί και στη τελική να μην έχω δικά μου λόγια. Και συνεχίζω είπα! Τι;  Όχι, τίποτα συμβολικό πίσω από τις λέξεις μου. Ο,τι βλέπεις δεν έχει κανένα πίσω κείμενο, δεν θα σε εξαναγκάσω στην διαδικασία άλλης σκέψης. Διακόσες εβδομήντα οχτώ λέξεις για μια σκάφη και δυο ποδάρια. Για κάτι ξένους δικούς μας. Για μισές καταστάσεις και συμβολισμούς κρυμμένων νοημάτων. Τρία κατοστάρικα λέξεις για κάτι που πάντα περιμένεις και δεν έρχεται ποτέ. Είχα πει στον εαυτό μου να μη γκρινιάζει και πως αφού δεν ήξερα τι είναι τι σκασίλα είχα να το περιμένω και να νιώθω άβολα που δεν έρχεται;  Οι άλλοι;  Κανείς δεν υπήρχε. Τους είχα τακτοποιήσει μόνο νοητά κοντά μου. Αυτοί κανονικά τις ζωές τους άλλοι με ξέρανε άλλοι όχι. Άλλους τους ήξερα ή όχι τελικά. Έμεινα εκεί, με τις φτέρνες να παπαριάζουν στο νερό (θα το κρατήσω τελικά) περιμένοντας. Έμενα εκεί με τις φτέρνες να παπαριάζουν στο νερό κοιτώντας τη θάλασσα.  Άνθρωποι σου λέει μετά… Χα!