ΛΕΞΗtanil
τ.5

Αναστοχασμός με αφορμή το «Γονίδιο της αμφιβολίας» του Νίκου Παναγιωτόπουλου


Μαντώ Λ. Σωτηρίου

Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος υπήρξε άνθρωπος του κινηματογράφου, συγκεκριμένα σκηνοθέτης και σεναριογράφος. Πάει αυτός. Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος του αναστοχασμού μας τώρα είναι απλώς μια συνωνυμία. Γεννήθηκε 22 χρόνια μετά τον σκηνοθέτη (1963) και πέρα από το σενάριο, αυτός εδώ ασχολείται και με την πεζογραφία, την κριτική και τη μετάφραση. Το Γονίδιο της αμφιβολίας κυκλοφόρησε το 1999 και έκτοτε μεταφράστηκε σε επτά γλώσσες. Τόσο καλό πια; Τόσο.

Εν αρχή θα ήθελα να αναπαράγω τον ορισμό της αμφιβολίας, όπως τον έθεσε ο ήρωας του βιβλίου: «η βασανιστική σύντροφος ολόκληρης της ζωής μου, αυτή που με προτρέπει και ταυτοχρόνως με εμποδίζει (…)» κι ας το αφήσουμε εκεί προς το παρόν.

Το βιβλίο εμπεριέχει ένα δεύτερο βιβλίο, το Πορτρέτο του καλλιτέχνη ως ετοιμοθάνατου, που είναι η αυτοβιογραφία ενός Τζέιμς Ράιτ. Ο Παναγιωτόπουλος έγραψε όλη την ιστορία πίσω από την πένα αυτού του Ράιτ, επίσης συγγραφέα, αφού τον έβαλε να διηγείται σε πρώτο πρόσωπο και ο ίδιος αποστασιοποιήθηκε τόσο από την ιστορία, που στο επίμετρο τη σχολιάζει σα να γράφτηκε πράγματι από υπαρκτό, άλλο πρόσωπο. Για να γίνει ακόμα πιο αληθοφανές ως αυθύπαρκτο το Πορτρέτο του καλλιτέχνη ως ετοιμοθάνατου ο Παναγιωτόπουλος βάζει ένα τρίτο πρόσωπο να το προλογίζει, το γιατρό του Τζέιμς Ράιτ, ο οποίος κιόλας κίνησε την έκδοσή του. Έχουμε, λοιπόν, εδώ λογοτεχνία μέσα στη λογοτεχνία, αλλά όχι για τη λογοτεχνία. Η λογοτεχνία εδώ αφορά σ’ όλες τις τέχνες, την κοινωνία, την πολιτική και κυρίως τον άνθρωπο, τη φύση, την εξέλιξη και τη σωτηρία (ή όχι) του είδους. Αυτό είναι το συνολικό απόσταγμα από τον πρόλογο του γιατρού-μεσολαβητή, την αυτοβιογραφία του συγγραφέα-ήρωα και τον επίλογο του συγγραφέα-επινοητή.  

Ας το πάρουμε όμως από την αρχή. Ο δρ. Φρίντριχ Κλάους μας εισάγει στην πραγματικότητα του 2064 και στο θέμα της ιστορίας: ο κόσμος της λογοτεχνίας και κυρίως ο εκδοτικός κόσμος μετά την εφεύρεση ενός τεστ για το καλλιτεχνικό γονίδιο. Σου λέει, ή το ‘χεις ή όχι· η δε πιστοποίηση του καλλιτεχνικού γονιδίου από το τεστ Τσίμερμαν απέκτησε κάτι παραπάνω από δύναμη πτυχίου ή διπλώματος. Κανένας συγγραφέας δεν εκδιδόταν πλέον χωρίς την εν λόγω πιστοποίηση. Ακόμα και όσοι μέχρι τότε ήταν γνωστοί και επιτυχημένοι έπρεπε να υποβληθούν σ’ αυτή τη διαδικασία. Εκτός κι αν ήταν «ανέγγιχτοι», δηλαδή τόσο καλοί που δεν αμφέβαλε κανείς γι’ αυτούς. Όλοι οι άλλοι πάντως, αν δεν ήταν τυχεροί και δη εκ γενετής καλλιτέχνες διαπιστευμένοι πια, ακυρώνονταν, εκπίπταν και γινόντουσαν ακτιβιστές κατά του τεστ ή έμεναν στο σκοτάδι συντροφιά με την απογοήτευση. Ο δικός μας ήρωας όμως δεν έγινε τίποτα από τα δύο. Γιατί αρνήθηκε σταθερά και επίμονα να υποβάλει τον εαυτό του στο τεστ και προτίμησε να ζει μες στην αμφιβολία, άλλοτε ως «εκκεντρικός» όπως τον αποκάλεσαν στο ξενοδοχείο που έμενε μετά τη μεγάλη πτώση του, κι άλλοτε ως συγγραφέας στη θέση άλλου συγγραφέα, που είχε στο μεταξύ διαπιστευθεί ως εκ γενετής καλλιτέχνης. Καθώς το τεστ Τσίμερμαν βρήκε τον ήρωά μας στα μισά της καριέρας του, μας δίνεται η δυνατότητα να παρακολουθήσουμε μέσα απ’ τα δικά του βιώματα τόσο την προτέρα κατάσταση όσο και τις συνέπειες της ανακάλυψης του γονιδιακού τεστ.

Ο καλλιτεχνικός κόσμος του μακρινού μας ακόμα 2064 μπορεί να μην είναι καθόλου όπως τον φαντάστηκε ο Παναγιωτόπουλος και τον έζησε ο Ράιτ. Ωστόσο η μετάβασή μας σ’ αυτόν γίνεται με τέτοια ενδελέχεια που όσοι από μας φοβόμαστε έστω και λίγο τις διαστάσεις που μπορεί να πάρει η τεχνολογία σε συνδυασμό με την φύση του ανθρώπου, δε δικαιολογούμε απλώς την φαντασιακή υπερβολή, αλλά δεν την θεωρούμε καν υπερβολή. Αμφιβάλετε λοιπόν. Για το μέλλον, το παρόν, το άγνωστο και το δεδομένο, για εσάς τους ίδιους και για ό,τι σας παρουσιάζουν οι άλλοι. Προβληματιστείτε. Αυτό θέλει ο συγγραφέας, ας του κάνουμε τη χάρη μιας και μας έδωσε κάποιες ώρες απολαυστικής ανάγνωσης.

Κι επειδή η ευφυΐα της σύλληψης της ιδέας με παρέσυρε και δε μίλησα καθόλου για τη συγγραφική δεξιοτεχνία του Παναγιωτόπουλου, θα παραθέσω ένα απόσπασμα από το Πορτρέτο του καλλιτέχνη ως ετοιμοθάνατου που θεωρώ ότι είναι αρκετά ρομαντικό για κλείσιμο, αλλά ταυτόχρονα προσγειωτικό με τον πιο όμορφο, αυτοσαρκαστικό τρόπο: «Η Πάτι θα έχτιζε το ιδανικό της σπίτι και θα ασχολιόταν με τον ιδανικό της κήπο, κι εγώ θα έγραφα, μονάχα για κείνην, το ιδανικό μυθιστόρημα και θα της το διάβαζα τα ιδανικά βράδια του καλοκαιριού στη βεράντα, ενώ εκείνη θα έπινε παγωμένη λεμονάδα, μισοξαπλωμένη στην ξύλινη κούνια. Τέτοιες γελοίες σκέψεις έκανα».