ΛΕΞΗtanil
τ.4

Ιώ Αρματά


Λευκά Χέρια

Η σειρήνα λυσσομανούσε. Διαπερνούσε τη νύχτα, τα πυκνά φύλλα των δέντρων. Εκείνη μόλις είχε κόψει τις φλέβες της. Ήτανε, λέει, είκοσι χρονών. Ακόμα δεν μάθαμε γιατί χρησιμοποίησε τη φαλτσέτα. Εμένα τα ξυραφάκια τα έκρυβε η μάνα μου από τα τέσσερα. Γι’ αυτό δεν της κόπηκα ποτέ με ξυράφι, λέει: η Κάτια απορούσε γιατί είναι κόκκινος ο ουρανός. Μα καλά δεν κατάλαβε, από τα χέρια της. Ο Λευτέρης ξέμπαρκος. Κατούρησε έναν βάτραχο. Φοβόταν˙ στο παρελθόν ήταν πράσινος και αυτός. Τρομάξαμε να τον συνεφέρουμε.

Η λεωφόρος διχοτομούσε το πάρκο. Φώτα κόκκινα, κίτρινα, οχήματα με κεραίες ηλεκτρισμού, άνθρωποι στους δρόμους, σε τρένα, λεωφορεία, μετρό, παλτά μέχρι τον λαιμό, κεφάλια κάτω από ομπρέλες, πτώση ψιλόβροχου. Αποχωριστήκαμε στον σταθμό. Ντροπαλά, δεν γνωριζόμασταν τόσο. Πορεύτηκα προς το σπίτι. Εκεί το νερό ήταν ζεστό. Γέμισα τον νεροχύτη, τα πιάτα. Βύθισα τα χέρια μου, τα χάιδεψα μυστικά. Ήταν λευκά. Τα ένοχα, τα σκούπισα στο πανί. Άνοιξα το συρτάρι. Γύρισα κουτάλια, πιρούνια, πήρα ψαλίδι. Στα σαγόνια του, έχωσα την κουρτίνα του μπάνιου. Την έσκισε στα δυο. Και αυτή και όλες. Χαράκωσα την μπλούζα, το παντελόνι, πέταξα τα παπούτσια μου. Ξυπόλυτη χαμήλωσα το φως, άφησα τηλεόραση και ραδιόφωνο να παίζουν. Άρπαξα μια πλαστική σακούλα και το τηλέφωνο. Έβαλα μέσα νυχοκόπτη, κατσαβίδι, λεπίδια, φυσικά το ψαλίδι, σχοινί, τα χάπια μου. Ανέβηκα στο δωμάτιο. Κάθησα κάτω με τα πόδια σε διάταση. Τα παρέταξα όλα ανάμεσά τους, σαν να τα ’βγαλε η μήτρα μου. Το δάχτυλο γλίστρησε στη λεπίδα. Μετάνιωσα. Αποφάσισα να σηκώσω το τηλέφωνο. Σχημάτισα τα ψηφία του κινητού όπως ήξερα. Όπως μου είχαν μάθει. Δεν απάντησε. Δοκίμασα πάλι. Η ίδια απρόσωπη γυναικεία φωνή. Ποιος της είπε ότι ήθελα να αφήσω μήνυμα στον τηλεφωνητή; Εγώ να του μιλήσω ήθελα, όπως μου είχε πει σε περίπτωση ανάγκης. Άνοιξα το κουτί με τα χάπια. Πήρα δυο. Θυμήθηκα ότι μου είχε δώσει τον αριθμό της. Έβγαλα το χαρτάκι από την τσέπη μου. Κόλλησα το αφτί στο ακουστικό.

«Κάτια, ξέρεις από το σπίτι δεν φαίνεται ο δρόμος. Από το παράθυρο βλέπω μονάχα έναν σταυρό. Βέβαια, άμα κοιτάω ψηλά βλέπω ουρανό, αλλά δεν σου φαίνεται και εσένα παράξενο που η αυλή βγάζει κατευθείαν στην Αρχιεπισκοπή; Και ο ουρανός, τέσσερα χρόνια είμαι εδώ, όλο μπλε είναι, ενώ τον έχω δει να γίνεται κόκκινος από τον λόφο και απόψε από το πάρκο. Λες αυτά να είναι μπαλώματα; Εντάξει, και για τη μόλυνση έχω ακούσει, αλλά άμα είναι ιός να τον καταπολεμήσουμε». Δεν είχα άλλο να πω. Αφού δεν μου απαντούσε. Το έκλεισα.

Πήρα το κατσαβίδι. Φόρεσα τα παπούτσια. Έριξα πάνω μου το παλτό. Δεν μπήκα στον κόπο ν’ αλλάξω ρούχα. Βρόντησα την πόρτα πίσω μου. Βγήκα στον δρόμο.

Το βήμα μου νευρικό, όπως πάντα. Πήγαινα στον Ηλεκτρικό. Δεν είχε χαράξει. Θα ήταν κλειστός. Σκάλισα με το κατσαβίδι το λουκέτο. Ανόητη κίνηση. Το πέταξα. Πήδηξα τα κάγκελα.

Τα κάγκελα είναι ένα όριο φυσικό. Ένα βήμα μπρος και θεωρείσαι εισβολέας σε κάτι που δεν σου ανήκει, παρείσακτος, παράνομος όπως καλή ώρα σε μια δημόσια υπηρεσία, ένα βήμα πίσω και είσαι πάλι με τον νόμο. Πρώτη φορά το παρατηρώ. Όπου υπάρχουν κάγκελα περισσεύει ένας άνθρωπος.

Αδιάφορο. Το πολύ πολύ να έπεφτα πάνω στον φύλακα κι αν το σκυλί του ήταν πεινασμένο θα μ’ άρπαζε για κόκκαλο και θα μ’ έβγαζαν έξω. Αυτά σκεφτόμουν μέχρι που κατέβηκα τη σκάλα. Στη στάση όλα ήταν παγωμένα. Τα παγκάκια, το δάπεδο, οι ράγες. Δεν άγγιξα τίποτα, όμως το ’ξερα. Το χνώτο μου, ένα παχύ λευκό σύννεφο. Αφύσικα όμορφο τοπίο, έλειπαν τα σώματα να το ζεστάνουν. Υγρασία συγκρατούσε τις σταγόνες σε μετεώριση. Αντανακλώνταν τα φώτα πάνω τους και δημιουργούσαν μια αίσθηση ασημένιας σκόνης.

Από την αποβάθρα πήδηξα στο κενό. Παρατήρησα τα χαλίκια, περπάτησα κατά μήκος της γραμμής του τρένου. Δεν είχε και πολύ νόημα, αφού κάθε σημείο ήταν ίδιο με το προηγούμενο. Δεν ξέρω με ποια κριτήρια επέλεξα ένα και ξάπλωσα. Στήριξα το κεφάλι μου στη ράγα. Την έβαλα κάτω από τον λαιμό, σαν μεταλλικό μαξιλάρι. Ήταν κρύα, μου μούδιασε τους νευρώνες. Η νύχτα κυλούσε αργά μέχρι που άρχισε να χαράζει. Η ασημόσκονη χάθηκε. Ο ήλιος εισχωρούσε στον βαθύ μπλε ουρανό. Κόκκινο. Παντού κόκκινο. Τα πουλιά. Οι φτερούγες τους. Έτρωγαν τον αέρα από το πρόσωπό μου. Το πέταγμά τους. Μπορούσα να ακούσω κάθε τίναγμα, κάθε ράμφισμα ή βοή μου ταξιδεύει μέσα από ένα ψυχρό μεταλλικό σώμα το δονεί και το θερμαίνει, έστω ελάχιστα. Ο μακρόσυρτος συριγμός του τρένου. Μπορούσα ακόμη να ακούσω την ίδια απρόσωπη γυναικεία φωνή ν’ αναγγέλλει «ΠΡΟΣΟΧΗ Ο ΣΤΑΘΜΟΣ ΘΗΣΕΙΟ ΘΑ ΠΑΡΑΜΕΙΝΕΙ ΚΛΕΙΣΤΟΣ ΤΙΣ ΕΠΟΜΕΝΕΣ ΩΡΕΣ ΛΟΓΩ ΑΤΥΧΗΜΑΤΟΣ».