ΛΕΞΗtanil
τ.4

Αναστοχασμός με αφορμή τη «Lady Cortisol» του Μισέλ Φάις


Μαντώ Σωτηρίου


Μισέλ Φάις, Lady Cortisol, Πατάκης, 2016

Lady Cortisol. Με λατινικούς χαρακτήρες, «ξενικούς». Έτσι όπως θέλει κιόλας να δείχνει η ηρωίδα μας. Στην αρχή τουλάχιστον. Μια μυστηριώδης γυναίκα, ένα νεφελώδες «θηλυκό», μια άγνωστη μεταξύ αγνώστων. Οι λοιποί άγνωστοι δεν είναι παρά ο αναγνώστης, τον οποίο η Lady χρειάζεται να νιώθει πιο κοντά της γι’ αυτό και μοιράζεται τις σκέψεις της μαζί του, και ο «άλλος», εκείνος που την κρατά σε εγρήγορση μέχρι την 119η σελίδα και τον κρατά κι αυτή με τη σειρά της μόνιμα απέναντί της, παράλληλα και ίσα ή απλώς σε απόσταση.

Απόσταση που πρέπει να διατηρούν εκ φύσεως μεταξύ τους η ερώτηση με την κατάφαση, ο ανακριτής με τον ανακρινόμενο, η μία γραμμή του τηλεφώνου με την άλλη. «Η φλόγα του διαλόγου, η θέρμη του δούναι και λαβείν» καταρρίπτεται. Ή εξυψώνεται ως η μόνη διέξοδος πραγματικής επικοινωνίας· εξ αντιδιαστολής, αφού «σύντομες ψυχρολουσίες περιλαμβάνει το μενού της επίγνωσης». Ναι, είναι περίπλοκο, αλλά ξέρεις τι; Δεν πειράζει. Γιατί θυμίζει άνθρωπο. Πραγματικό άνθρωπο.

Η Lady Cortisol θυμίζει πράγματι γυναίκα και όχι κούκλα, προσωπικότητα και όχι καρικατούρα. Όταν σου λέει πως «άλλαζε πόλεις, δουλειές και άντρες μέχρι που έγινε όπως έγινε», δεν προδίδει πώς έγινε, αλλά εσύ την έχεις κιόλας μπροστά σου, με μια εικόνα που υπηρετεί τη δική σου ασυνείδητη και υποσυνείδητη φαντασία. Μέχρι να σου την ανατρέψει. Κάτι που συμβαίνει απ’ τον τίτλο μέχρι το φινάλε. Σου συστήνεται ως λαίδη κι από πίσω προσθέτει το προσωνύμιο «Κορτιζόλη». Τουτέστιν στρες, κατάθλιψη, πανικός - ακριβώς ό,τι δεν «αρμόζει» σε μια λαίδη. Σε πείθει ότι είναι ένα «θλιμμένο πτώμα» κι έπειτα μεταμορφώνεται σε πόρνη. Ή σε μια οποιαδήποτε που «πίνει καφέ, μπορεί όμως και τσάι». Όπως και να ‘χει, δεν θες να σταματήσεις να την ακούς –γιατί περί ακούσματος πρόκειται, αν νομίσεις ότι αναγιγνώσκεις τις ιστορίες της, τότε βρίσκεσαι μοιραία απέναντί της, πιθανώς στο πλευρό του «άλλου».

Εκείνου που ξέρει μόνο να ρωτά· να εκμαιεύει κι ενίοτε να εκβιάζει λόγια, σιωπές, κάθε είδους αντιδράσεις, αλήθειες και ψέματα και ψευδαλήθειες εθελοτυφλίας. Εκείνου που βρίσκεται στο σκοτάδι και δεν έχει πρόσωπο, παρά μόνο φωνή. Βαριά, άχρωμη, ρομποτική φωνή. Σαν τη μηχανή του Γκοντάρ στην «Αλφαβίλ». Σα μηχανή γενικώς. «Ερωτησομηχανή». Αν λοιπόν δεν είσαι με την «απαντησομηχανή», τότε έχεις βολευτεί δίπλα σ’ εκείνον και σπάζεις το κεφάλι σου για την επόμενη ερώτηση. Ακόμα καλύτερα για μια ερώτηση-παγίδα. Θες δε θες, πάντως, έχεις πάρει θέση.

Γίνεται να πάρεις θέση σ’ ένα φιλοσοφημένο αφήγημα, αν όχι μονόλογο-ψυχογράφημα; (Στιγμιαία συνειδητοποίηση: η ροή των ερωτοαπαντήσεων ή και μόνο της ρητορικής είναι κολλητική και η αίσθησή της ωραία). Γίνεται. Γιατί όσο σε ταξιδεύει η ανάγκη «αυτό το κάποτε, κάποτε να το πνίξεις μέσα στο ποτέ», τόσο η ίδια η πραγματικότητα σε φέρνει πίσω στην καρέκλα, στο κρεβάτι, στο πάτωμα «κι ενώ θες να ξεπιαστείς, δε λες να σηκωθείς ή να τεντωθείς». Δεν θα ανασκουμπωθείς, γιατί ξέρεις πως κάτι τέτοιο θα ‘ταν χαζό, όπως στα πρώτα σινεμά που οι θεατές έσκυβαν όταν έβλεπαν αεροπλάνο, αλλά ίσως πάψεις να ‘σαι τόσο αυστηρός και χαμογελάσεις στον εαυτό σου. Ή στη Lady. Ή ακόμα στον «άλλον». Στο κάτω-κάτω τόσο οι άνθρωποι, όσο και η φύση της ουσιαστικής επικοινωνίας αρέσκονται στη σύγχυση, την περιπλοκότητα. Κι ας καταλήγουν ένα «ξεχαρβαλωμένο φλιπεράκι».

Ανθρώπινη αλχημεία το συμπέρασμα. «Πώς είναι κάποιος που σπρώχνει μια πόρτα, κι εσύ βρίσκεσαι από την άλλη πλευρά και ξέρεις ότι δεν πρέπει να υποχωρήσεις αμέσως, ώστε να φανεί σαν φάρσα, ούτε όμως να βάλεις από πίσω μια ντουλάπα, ώστε ο άλλος να σπρώχνει μέχρι την άλλη ζωή; Κάπως έτσι».