ΛΕΞΗtanil
τ.4

Περί έρωτος, χολέρας και άλλων τινών...


Μαριάννα Μανιάτη


Οι άνθρωποι ζουν όπως ερωτεύονται και ερωτεύονται όπως ζουν. Αν ζεις με πάθος, ερωτεύεσαι με πάθος. Αν ζεις με φόβο, φοβάσαι να ερωτευτείς. Αν ζεις με μετριοπάθεια, μέτριους έρωτες θα βιώσεις.


Κάθε άνθρωπος ζει διαφορετική ζωή από τους άλλους, ακόμα κι αν ακολουθεί ένα πολύ συγκεκριμένο μοτίβο ζωής. Νιώθει διαφορετικά όλα εκείνα τα συναισθήματα που προσπαθούμε απεγνωσμένα να ορίσουμε με ονόματα και περιγραφές. Αναπόφευκτα λοιπόν, ερωτεύεται και διαφορετικά. Έτσι και στο βιβλίο Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας του Γκάμπριελ Γκαρσία Μαρκέζ, οι πρωταγωνιστές του ερωτεύονται με τρόπο διαφορετικό, γι’ αυτό και ζουν διαφορετικά. Ο Φλορεντίνο Αρίσα ερωτεύεται με πάθος και θάρρος, και γι’ αυτό ζει με αυτόν τον τρόπο. Η Φερμίνα Δάσα, από την άλλη, φοβήθηκε τον έρωτα και επέλεξε να ζει εγκλωβισμένη στη μετριότητα της ασφάλειας ενός συντροφικού γάμου. «Θεέ μου, ο καημένος!», αναφωνεί όταν αντικρίζει τον Φλορεντίνο Αρίσα, λίγο πριν τον απορρίψει για πάντα και πάρει τη μεγάλη και καθοριστική στροφή της ζωής της. Ποιος είναι, όμως, τελικά ο καημένος;

Είναι πράγματι ο Φλορεντίνο Αρίσα; Ή στο σημείο αυτό η Φερμίνα Δάσα προοικονομεί την εξέλιξη της ζωής της; Την αδυναμία της να τολμήσει και να ζήσει έναν έρωτα χωρίς δισταγμούς, φόβους και ενδοιασμούς, και κατ’ επέκταση μια αντίστοιχη ζωή; Αναφέρει συχνά πως δεν σκέφτεται τον Φλορεντίνο Αρίσα και πως ξεχνά την ύπαρξή του. Ωστόσο, τον έρωτα θέλει να ξεχάσει και σε αυτόν γυρνά την πλάτη, δήθεν από οίκτο, κάθε φορά που αντικρίζει τον πρώτο και μοναδικό της έρωτα.

Μα κι ο Φλορεντίνο Αρίσα ζει τελικά σαν καημένος, δέσμιος ενός εξιδανικευμένου ανεκπλήρωτου έρωτα. Κι ας διαχωρίζει τη σάρκα από το συναίσθημα, κι ας ζει μια έντονη ερωτική ζωή. Το μυαλό του μένει εγκλωβισμένο στη σκέψη της Φερμίνα Δάσα, όπως εκείνη μένει εγκλωβισμένη στον γάμο της. Μα, είναι αυτό τελικά έρωτας; Ή είναι μια έμμονη ιδέα, που στο τέλος καταλήγει σ’ έναν συμβιβασμό λόγω προχωρημένης ηλικίας; Και γιατί να μην είναι; Ποιος μπορεί τελικά να ορίσει τον έρωτα και το πώς πρέπει να βιώνεται;

Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας, λοιπόν. Πόσα αντικρουόμενα νοήματα μπορούν να χωρέσουν μέσα σε μια τόσο μικρή φράση! Είναι ο έρωτας σαν τη χολέρα, άραγε; Ή μήπως ο συγγραφέας υποστηρίζει πως, ακόμα και στις πιο δύσκολες συνθήκες, ο έρωτας μπορεί να ανθίσει; Ή μήπως είναι οι δύσκολες συνθήκες που βοηθούν στη διατήρησή και την εξιδανίκευσή του; Όλα αυτά ισχύουν και απορρίπτονται ταυτόχρονα. Γιατί αυτό που κάνει τη διαφορά είναι το πώς αντιλαμβάνεται ο καθένας τις έννοιες του έρωτα και της χολέρας. Όπως ακριβώς συμβαίνει με τους δύο ήρωες του βιβλίου. Η Φερμίνα Δάσα αποφεύγει τον έρωτα, όπως τη χολέρα. Ο Φλορεντίνο Αρίσα, όμως, δεν φοβήθηκε ποτέ μην αρρωστήσει. Γιατί ο ίδιος ο έρωτας είναι αρρώστια, τελικά. Μια αρρώστια που μπορεί να σε κάνει να χάσεις τη ζωή σου, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Μπορεί, όμως, να σε κάνει να πεισμώσεις κιόλας, να σου δώσει δύναμη, μέχρι να κατακτήσεις το αντικείμενο του πόθου σου. Όπως έδωσε, τελικά, στον Φλορεντίνο Αρίσα.

Η Φερμίνα Δάσα είναι υποταγμένη στην εποχή της χολέρας, ο Φλορεντίνο Αρίσα όχι. Είναι ένας επαναστάτης. Ένας άντρας που το μόνο που φοβάται είναι μήπως πεθάνει χωρίς να προλάβει να κάνει δικιά του τη γυναίκα που αγαπά μια ζωή. Ωστόσο, και οι δυο υποφέρουν, ο καθένας κλεισμένος στη δική του φυλακή. Γιατί αυτό αφορά τελικά η ιστορία του Γκάμπριελ Γκαρσία Μαρκές. Τις εσωτερικές φυλακές.

Όλοι κρατάμε το πνεύμα κλεισμένο σε μια φυλακή από πρέπει, πεποιθήσεις και κοινωνικά στερεότυπα. Ταιριάζουμε με τον άλλον, όταν συνειδητοποιούμε ότι ταιριάζουν και οι φυλακές μας. Αν πάλι έχουμε αποφασίσει να απελευθερωθούμε, ταιριάζουμε με εκείνους που η φυλακή τους δεν έχει καμία απολύτως σχέση με τη δική μας. Ευελπιστούμε, μάλιστα, πως θα απελευθερωθούμε μέσα από την επαφή μας μαζί τους. Μα και η ίδια η σάρκα μας δεν είναι μια πρώτη φυλακή του πνεύματος και της ψυχής μας; Ή ακόμα η φήμη πως χρησιμοποιούμε ένα ποσοστό μόνο του εγκεφάλου μας, δεν αποτελεί μια ακόμα φυλακή για όσα κρύβουμε μέσα μας, τόσο βιολογικά όσο και πνευματικά; Το ίδιο το σώμα μάς φυλακίζει με τη θνησιμότητά του και ύστερα έρχονται και οι άλλες, οι πνευματικές φυλακές, που μας συνοδεύουν όσο ζούμε.

Αυτό συμβαίνει και με τους δύο πρωταγωνιστές του βιβλίου. Ο Φλορεντίνο Αρίσα ζει στη φυλακή του αιώνια ανεκπλήρωτου έρωτά του, ενώ η Φερμίνα Δάσα ζει στη φυλακή της ανάγκης αποδοχής από τον πατέρα της, καθώς και μιας ολόκληρης κοινωνικής τάξης. Και οι δυο είναι θυμωμένοι με τον εγκλωβισμό τους, όπως είμαστε όλοι χωρίς να το συνειδητοποιούμε. Ο θυμός του Φλορεντίνο εκφράζεται με ψυχοσωματικά προβλήματα, και εκτονώνεται στον σωρό των γυναικών με τις οποίες πλαγιάζει, χωρίς να επιτρέπει στον εαυτό του να νιώσει κάτι για καμία, ενώ ξεσπά υποσυνείδητα και στο γυναικείο φύλο, φτάνοντας στο σημείο να αποπλανήσει μια ανήλικη της οποίας είχε οριστεί κηδεμόνας. Όταν τελικά την απορρίπτει για χάρη της Φερμίνα Δάσα, η μικρή ερωμένη αυτοκτονεί. Η Φερμίνα Δάσα από την άλλη, εκδηλώνει τον θυμό της πιο φανερά. Με την έντονη, αυστηρή και πικρή συμπεριφορά της και τις εκρήξεις θυμού προς τον άντρα της.

Ο έρωτας μπορεί να σε τρελάνει. Να σε κάνει να επαναστατήσεις, όπως το κάνουν στο τέλος οι δύο ήρωες, βάζοντας τη σημαία των χολερικών στο πλοίο τους, για να μην γυρίσουν πίσω, σε μια κοινωνία γεμάτη φυλακές, όχι τόσο αληθινές όσο πνευματικές. Γεμάτη από ηθικολογικούς και κοινωνικούς φραγμούς για το πώς και ποιον πρέπει ν’ αγαπάς, ποιον πρέπει να παντρεύεσαι, πώς πρέπει να ζεις, ποια είναι η θέση σου ως γυναίκα, ως φτωχός, ως χολερικός. Κι ενώ το πολυτιμότερο αγαθό, το νερό, βρομά και νοσεί, γιατί είναι μολυσμένο, εσύ πρέπει να σηκώνεις το κεφάλι και ν’ αναπνέεις πάνω από τα λύματα, για να μείνεις αμόλυντος.

Πόσο επίκαιρο είναι, τελικά, αυτό το νόημα; Μπορεί η χολέρα ν’ άλλαξε, μπορεί να φαίνεται πως έχουμε ελευθερία επιλογών, μα είμαστε αληθινά ελεύθεροι; Είμαστε σίγουροι πως δεν ζούμε σε κουτιά που μας δίνουν την ψευδαίσθηση ότι μπορούμε να βγούμε όποτε θέλουμε;

Ας ελπίσουμε πως, όταν πια απαντηθούν αυτά τα ερωτήματα, δεν θα είναι πολύ αργά και πως, έστω και στα γεράματα, θα ζήσουμε αληθινά ελεύθεροι, όπως ο Φλορεντίνο Αρίσα και η Φερμίνα Δάσα.