ΛΕΞΗtanil
τ.4

Δημήτρης Μαραμής: Γιατί ο Ερωτόκριτος ως μιούζικαλ


Βασίλης Ρούβαλης


Η έμμετρη μυθιστορία του Βενετοκρητικού συγγραφέα Βιτσέντζου Κορνάρου (1553-1613), ο περίφημος Ερωτόκριτος, αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα δείγματα της λογοτεχνικής δημιουργίας τόσο στον ελλαδικό χώρο του 17ου αιώνα όσο και ευρύτερα στον αναγεννησιακό χάρτη της Ευρώπης. Το έργο έχει γνωρίσει ποικίλη αναγνωρισιμότητα, όσο και επιδραστική απήχηση μεταξύ συγγραφέων, συνθετών, σκηνοθετών και ερμηνευτών, με κυρίαρχη την παραδοσιακή κρητική έκφανσή του.

Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, έχουν λάβει σάρκα και οστά διαφορετικές προσεγγίσεις στο πρωτότυπο κείμενο. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγεται η πρόσφατη από τον συνθέτη Δημήτρη Μαραμή: έμπειρος δημιουργός, με προϋπηρεσία στη μουσική για το θέατρο, με δισκογραφία και συνεργασίες που τον τοποθετούν αυτοδίκαια μεταξύ των σημαντικότερων στην ελληνική μουσική σκηνή, αποφάσισε να δοκιμάσει τις δυνάμεις του απέναντι στον «συμπαγή» λόγο του Κορνάρου αλλά και, κυρίως, να προτείνει μια διαφορετική γωνία πρόσληψης του έργου, ως διαχρονικού, διαρκώς σύγχρονου και καθοριστικού για τον ανθρώπινο ψυχισμό.

Αυτά προτάσσει ο Μαραμής˙ επαναπροσεγγίζει το κειμενικό σώμα, το διασκευάζει με στόχο να «χωρέσει» στη φόρμα της παράστασής του ενώ, επιπλέον, δημιουργεί καινούργια «ίχνη» στη μουσική προσέγγισή του. Πιο συγκεκριμένα, οι πέντε πράξεις συμπτύσσονται σε δύο χωρίς ν’ αλλοιώνεται το αφηγηματικό ζητούμενο, η ιστορία ενός πολύπαθου έρωτα ανάμεσα στο δίπολο της λογικής και της θέλησης, του ιδεώδους που ενώνει πέρα από τον χώρο και τον χρόνο… Κατά δεύτερον, ο συνθέτης επέλεξε να εκπλήξει προτείνοντας μια μουσική εκδοχή απολύτως αναπάντεχη: δημιούργησε μια ολοκληρωμένη μουσική σύνθεση με δομή όπερας, με κυρίαρχα τα στοιχεία του μιούζικαλ και «αρώματα» από τα μπλουζ, την τζαζ, τη ροκ. Το αποτέλεσμα, εάν αρχικά ξενίζει, γίνεται στη συνέχεια κυρίαρχη αίσθηση και επιθυμία ηχητικής εξέλιξης (εξάλλου, ο κάθε χαρακτήρας του έργου έχει δομηθεί με τα δικά του μουσικά μοτίβα ούτως ώστε ο θεατής να κατανοεί το ποιος ακριβώς είναι μέσα από τη μουσική κι όχι μόνον με τα λόγια).

Ο Ερωτόκριτος και η Αρετούσα του είναι ένα γνώριμο σχήμα στην ποιητική και θεατρική αφήγηση της αναγεννησιακής περιόδου. Συμβαίνει πάντοτε ο έρωτας να μην είναι εύκολος, να δυσκολεύεται και να δυσκολεύει. Σε κάθε εποχή ανανεώνεται σχηματικά, στα περιγράμματα, αλλά ποτέ δεν αλλοιώνεται ως εσωτερική πραγματικότητα. Κι αυτό είναι που κάνει αυτό το έργο αληθινά διαχρονικό.

Στην παράσταση της Εναλλακτικής Σκηνής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, στο εντυπωσιακό κτήριο του Κέντρου Πολιτισμού – Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, υπήρξε αδιαχώρητο στις θέσεις. Τα εισιτήρια εξαντλήθηκαν πριν καν κυκλοφορήσουν. Η προσδοκία είναι η επανάληψή της κατά την επόμενη θεατρική-οπερατική περίοδο. Η σκηνοθεσία υπογράφεται από τον Κωνσταντίνο Ρήγο, πρωταγωνιστούν οι Θοδωρής Βουτσικάκης (Ρωτόκριτος) και Μαρίνα Σάττι (Αρετούσα), μαζί με την Ιωάννα Φόρτη (νένα) και τον Γκωτιέ Βελισσάρη (Πολύδωρος) και Κωστής Μαυρογένης (Ρήγας).

Ο Δημήτρης Μαραμής μίλησε για τον Ερωτόκριτο, ειδικά για το ΛΕΞΗτανίλ, με παρονομαστή τη δημιουργική προσέγγιση του. Πρόκειται για κείμενο πολυεπίπεδο που μπορεί να ελκύει τους φοιτητές της Δημιουργικής Γραφής σ’ όλα τα επίπεδα ερμηνευτικής και συγγραφικής προσέγγισής του…


-Η «μεταφορά» ενός λογοτεχνικού έργου σε περιβάλλον μουσικό είναι, άραγε, μια επανεύρεσή του με άλλα «εργαλεία»; Προσεγγίζεται πλέον μ’ έναν άλλον τρόπο;

Εάν αναθέσουμε σε δέκα διαφορετικούς συνθέτες να μελοποιήσουν το ίδιο λογοτεχνικό έργο, θα ακούσουμε στο τέλος δέκα διαφορετικές μουσικές προσεγγίσεις του ίδιου έργου. Αναμφισβήτητα, ο συνθέτης ερμηνεύει το έργο και το αποδίδει από τη δική του προσωπική πλευρά. Ο μουσικός δημιουργός διαθέτει μια δική του μουσική εργαλειοθήκη, η οποία καθορίζει και το στίγμα του, και με αυτή θα αναγεννήσει το λογοτεχνικό έργο στη μουσική γλώσσα.

-Γιατί μιούζικαλ και όχι κάτι άλλο, δεδομένης της μηδαμινής παράδοσης σ’ αυτό το μουσικό είδος στην Ελλάδα;

Γιατί ήθελα να συνθέσω ένα αληθινό μιούζικαλ χωρίς πρόζα ενδιάμεσα στα μουσικά μέρη ή, αν θέλετε, ένα είδος όπερας αλλά προσιτό στο ελληνικό ακροατήριο. Οπότε κατέληξα στη φόρμα και στην ονομασία του μιούζικαλ, που όμως είναι καθαρά ελληνικό έργο και όχι βρετανικό ή αμερικάνικο. Παράδοση στο είδος δεν έχουμε, και τα περισσότερα από αυτά που ανεβάζουν και τα κατονομάζουν «μιούζικαλ» στην ουσία δεν είναι. Μια θεατρική παράσταση που απλώς διαθέτει πολλά τραγούδια δεν είναι μιούζικαλ. Είναι θέατρο με τραγούδια. Ο Ερωτόκτριτος που έγραψα όμως δεν είναι απλώς μια συρραφή τραγουδιών. Είναι καθαρά μουσικό έργο και μουσικό θέατρο μαζί.

-Επιπλέον, σκεφτήκατε την «αντιπαράθεση» που δημιουργείτε με την κρητική λαογραφική προσέγγιση του έργου όσο και της μελοποίησής του;

Ένα κλασικό έργο είναι άφθαρτο από τον χρόνο, είναι σύγχρονο και μοντέρνο. Οπότε αυτό που σκέφτηκα ήταν γιατί ο λόγος αυτός να μείνει προσκολλημένος αιώνια στην παραδοσιακή του μελοποίηση; Όσο τέλεια κι αν είναι η απόδοση του λόγου από μία παραδοσιακή μουσική, πάντα υπάρχουν περιθώρια για μια νέα ματιά. Ωστόσο, δεν έρχομαι σε αντιπαράθεση με την κρητική προσέγγιση αλλά σε πάντρεμα, σε μπόλιασμα για ένα νέο έργο. Εγώ την εμπεριέχω την παράδοση με το δικό μου τρόπο.

-Ποια είναι η επιδίωξη που είχατε όταν σκεφτήκατε αυτό το στοίχημα;

Να μην προδοθεί ούτε μία συλλαβή από το έργο του Κορνάρου, να είναι καλλιτεχνικά άρτιο το έργο, η μουσικοσυνθετική του φόρμα να λειτουργήσει άψογα και να αγγίξει συγκινησιακά το ακροατήριό του.

-Το στοίχημα κερδήθηκε; Η δυναμική του Βιτσέντζου Κορνάρου αναδεικνύεται και πάλι – άραγε ο ίδιος τι θα σκεφτόταν παρακολουθώντας το στην εναλλακτική σκηνή του ΙΣΝ;

Το έκρινε ο κόσμος. Ο Κορνάρος το χάρηκε πάρα πολύ!

-Ως προς τη σκηνοθετική ματιά… η εμπειρία του Κωνσταντίνου Ρήγου αποτέλεσε υποστύλωμα στη συνολική ιδέα σας ή σας οδήγησε διαφορετικές ατραπούς; (Και τα δύο, αυτοδίκαια, πρέπει να θεωρηθούν γόνιμα…). 

Ο Κωνσταντίνος Ρήγος, με την ευφυΐα που τον διακρίνει, απογείωσε τη μουσική παρτιτούρα σκηνοθετικά. Έδωσε σκηνικές λύσεις και σεβάστηκε την ποιητικότητα του μουσικού έργου μου. Γι’ αυτό λέω χαρακτηριστικά πως με το «σκοτάδι» του φώτισε τις πτυχές του Ερωτόκριτου...

-Τι είναι αυτό που φέρνει ένας νέος συνθέτης απέναντι στην ποίηση;

Δε θα έβαζα τον χαρακτηρισμό νέος συνθέτης αλλά ανεξάρτητα ηλικίας συνθέτης. Ο καλός συνθέτης ξεκλειδώνει τη μουσική της ποίησης.

-Ο «Ερωτόκριτος» είναι σπουδαίο αναγεννησιακό κείμενο το οποίο ελάχιστοι «τολμούν» να προσεγγίσουν… Είναι πρόκληση ή μήπως περιέχει ένα σκεπτικό επαναθεώρησης του κλασικού με προοπτική το μέλλον;

Είναι ένα αθάνατο κείμενο το οποίο με άγγιξε σε τέτοιον βαθμό που δεν μπορούσα να του αντισταθώ ως συνθέτης. Δεν σκέφτηκα τίποτ’ άλλο. Έκατσα κι έγραψα τη μουσική του.

-Η ενθουσιώδης υποδοχή από το κοινό δείχνει ότι οι συγκεκριμένες ημερομηνίες παράστασης στο ΙΣΝ είναι ήδη περιοριστικές. Τι ακριβώς σκέφτεστε για τη συνέχεια; Κι ακόμη, η παράσταση μπορεί να σταθεί στο εξωτερικό; Υπάρχει τέτοια σκέψη για περιοδεία;

Το έργο μου ανήκει αυτή τη στιγμή στην Εθνική Λυρική Σκηνή, η οποία με τίμησε με την ανάθεση και πρώτη της παραγγελία ελληνικού έργου, οπότε αυτή θα αποφασίσει για το τι μέλλει γενέσθαι...