ΛΕΞΗtanil
τ.3

Αναστοχασμός με αφορμή την «Ταυτότητα» του Μίλαν Κούντερα


Μαντώ Σωτηρίου

«Θα πρέπει να δηλωθεί από την πρώτη στιγμή, πόσο άχαρο και σχεδόν ακατόρθωτο είναι μια ψύχραιμη και αντικειμενική κριτική (…) Και σε ποιο βαθμό είναι χρήσιμη ή και εφικτή μια τέτοια έρευνα; (…) Η κριτική αρχίζει μετά το έργο, κι απ’ το έργο (…)»* 

 

Αν και όχι από τα γνωστά του, σίγουρα από τα αναγνωστέα. «Ήθελα να δω το βλέφαρό σου να καθαρίζει τον κερατοειδή σου όπως καθαρίζει ο υαλοκαθαριστήρας το παρμπρίζ». Ίσως δεν βρίσκεις τίποτα το γοητευτικό σε κάτι τέτοιο. Ίσως κιόλας σ’ ενοχλεί. Αν πάντως έστω και λίγο σε προκαλεί, οφείλεις να δώσεις μια ευκαιρία στο γράψιμο αυτό.  

Κούντερα. Φιλοσοφημένος, λυρικός και απότομα κυνικός. Εξυμνεί τον έρωτα με γλώσσα σχεδόν ποιητική, μεταμορφώνει το ουτοπικό σε μια καθημερινή ομορφιά, όπως ο ήλιος ή το τριαντάφυλλο, και ξαφνικά μας γυρνάει στην πραγματικότητα της τουαλέτας με το αγαπημένο σ’ όλους μας καζανάκι. Γιατί έτσι είναι η ζωή. Οι χαρακτήρες του δεν διαφέρουν πολύ από τον γείτονα ή τον ίδιο σου τον σύντροφο. Κι αν διαφέρουν χάριν συνειδησιακής μοναδικότητας, εκφράζουν συναισθήματα και προβληματισμούς τόσο οικείους που δεν μπορείς παρά να αναρωτηθείς πού έχεις ξανακούσει κάτι τέτοιο. Αν δεν ταυτιστείς κιόλας.   

Ο Ζαν-Μαρκ δεν είναι παρά άλλος ένας άνδρας, με τις ανασφάλειες και τα παράπονά του που σπάνια διατυπώνει, αλλά εκείνα τρυπώνουν στις σχέσεις του τόσο φυσικά όσο τα όνειρα στον ύπνο. Όταν νιώθει την επιθυμία να φωνάξει τον έρωτά του, αυτολογοκρίνεται ως μελό και σιωπά, ενώ όταν έχει θιχτεί τόσο που δεν του μένει παρά να φύγει, συνειδητοποιεί πως δεν έχει πού να πάει. Και όχι, δεν πρόκειται για αδυναμία ή κάποια αστεία συμπεριφορά αναποφάσιστου ανθρώπου. Είναι η ειλικρίνεια της συνειρμικής σκέψης. Το αν θα φύγεις ή θα μείνεις εξωτερικεύεται με μία μόνο πράξη, την τελική. Το πώς τ’ αποφασίζεις όμως είναι το χάος που προσπαθεί ν’ αποδώσει ο Κούντερα.

Η Σαντάλ αντιπροσωπεύει με τη σειρά της τη γυναίκα με τις ανησυχίες της, τις πιο προσωπικές και τις συνήθεις˙ αν αρέσει, αν δικαιολογείται να χαίρεται με κάτι που δεν θα ’πρεπε, αν κοκκίνισε και προδόθηκε, αν είναι γελοίο να πει στον ζητιάνο πως δεν έχει ψιλά. Στο σπίτι, στη δουλειά, στο φαγητό έξω, ο μόνος που την ακολουθεί παντού είναι ένας ατελέσφορος στοχασμός – ούτε ο σύντροφος ούτε ο κρυφός επιστολογράφος που την «παρακολουθεί σαν κατάσκοπος». Όλα όσα της συμβαίνουν ή και μόνον όσα συμβαίνουν στο κεφάλι της, είναι αρκετά για να την εκτροχιάσουν από την ηρεμία και, ώς ένα σημείο, από τη λογική.

Χωρίς να διαιωνίζει τα στερεότυπα ή να σηκώνει νέα τείχη ανάμεσα στη γυναίκα και τον άνδρα, ο Κούντερα υπογραμμίζει τις διαφορές τους και αμέσως μετά τις αποδομεί. Επαναφέρει την ισορροπία τόσο διακριτικά, που την κάνει να μοιάζει ανέκαθεν αυτονόητη. Επαναφέρει την ισότητα. Την πανανθρώπινη σχεδόν: άνδρας ή γυναίκα, ικέτης ή επιχειρηματίας, Γάλλος ή Άγγλος, όλοι έχουν τη θέση τους στην «ταυτότητα». Μπροστά στην «αβάσταχτη» (λέξη που λατρεύει ο συγγραφέας μας) ματαιότητα, δεν υπάρχει απλώς εξίσωση, υπάρχει ισοπέδωση: όλοι είμαστε εν δυνάμει κάποιος άλλος ή και κανένας απολύτως.   

Ας πάρουμε ως παράδειγμα το εξής: «Εκείνος ήταν εξαρχής ο πιο δυνατός κι εκείνη η πιο αδύναμη. Αυτή η ανισότητα μπήκε στα θεμέλια του έρωτά τους. Αδικαιολόγητη ανισότητα, άδικη ανισότητα», αμέσως μετά: «Η Σαντάλ ήταν πιο αδύναμη επειδή ήταν μεγαλύτερή του» και μερικά κεφάλαια παρακάτω: «Ποιος είναι αλήθεια ο πιο δυνατός; Όταν βρίσκονταν στη χώρα του έρωτα, ίσως ήταν πραγματικά αυτός. Αλλά μόλις η χώρα του έρωτα χάθηκε κάτω απ’ τα πόδια τους, η πιο δυνατή είναι εκείνη κι αυτός ο πιο αδύνατος».

Εναλλαγή λοιπόν είναι η «ταυτότητα». Εναλλαγή στην εξουσία, στη διάθεση, στα προσωπεία. Για να γίνεται πιο ομαλή, ένα φίλτρο αποτελεί ο διάλογος και η προσπάθεια για κατανόηση. Ένα άλλο τα όνειρα. Ακόμα και οι εφιάλτες, καθώς η συνειδητοποίηση ότι «ήταν απλώς ένα όνειρο» γεφυρώνει μαγικά το χάσμα από τη μια κατάσταση στην άλλη, από το άγνωστο στο γνώριμο και από τον εκνευρισμό στην άφεση.

Ο Κούντερα κλείνει ρομαντικά και ελπιδοφόρα, όμως μέχρι τότε έχει προλάβει και μας έχει ζώσει με τα πιο καθημερινά εκρηκτικά. Εγωισμός, αμφιβολία, ανασφάλεια. Αν πρέπει να εκραγούν για να ακολουθήσει η εκτίμηση των όσων είχαμε (και πιθανότητα χάσαμε ανεπιστρεπτί) ή τελικά αρκεί να πορευόμαστε πιο ανάλαφρα και με σεβασμό προς την ύπαρξή τους, δεν το ξεκαθαρίζει. Ίσως όμως το μήνυμά του να ’ταν πιο απλό ακόμα: «Παραμένετε πιστοί στον ρομαντισμό» ή, για να το πούμε με τα δικά του λόγια: «Αφού η ασημαντότητα των πάντων είναι ο κλήρος μας, δεν πρέπει να την κουβαλάμε σαν στίγμα, αλλά να ξέρουμε να την απολαμβάνουμε».   


*Βλ.: Μαγιακόβσκη, Ποιήματα, πρόλογος και απόδοση Γιάννη Ρίτσου, Κέδρος, 1981, σελ. 9-32.