ΛΕΞΗtanil
τ.3

Βασίλης Ρούβαλης


(χρωστήρας)

ΤΟ ΧΡΩΜΑ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ είναι άγνωστο. Όλοι μιλούν για τις αποχρώσεις του, μα όταν πεθαίνει, φορούν τα μαύρα…

Στο δεξί χέρι κρατώ την παλέττα. Με το αριστερό προσπαθώ να συγκεντρώσω τη δύναμή μου στο λεπτό πινέλλο. Το ίχνος της είναι μηδαμινό, σαν καλλίγραμμη σκιά που κινείται αχνά, παραδομένη στην ελκτική γοητεία του φωτός πάνω στον μουσαμά.

Το αχανές λίγο της υπόλευκης ευθείας γεμίζει από τη ρευστή μπογιά. Η μία άκρη της είναι ο κόσμος που περικλείει τη ζωή μου. Η άλλη είναι ο έτερος κόσμος, αυτός που της ανήκει, και δεν θα γνωρίσω ποτέ γιατί είν’ αόρατος. Γιατί να υπάρχει κάτι και όχι το τίποτε;… Μ’ επίμονες κυκλικές γραμμές, κάθετες και υποτείνουσες κατευθύνω τον χρωστήρα για να κατανοήσω το περίγραμμά της.

 

(επιδόσιμον)

ΕΠΙΜΕΝΩ ΝΑ ΣΕ ΑΝΑΖΗΤΩ σε κάθε σκέψη ή πράξη μου. Η έννοια της παράθλασης, η εικόνα σου σε φόντο ονείρου, η σημασιοδότηση αυτής της λάμψης που υπήρξε ατέρμονη ή μήπως ασυνεχής, με απομακρύνει – είναι η λήθη.

Οι τελετές της ζωής απαιτούν την παρουσία σου. Δεν είμαι βέβαιος για το τι αξίζει: η ακτίνα, η σιωπή, η γραμμή, ανάμεσα σε δύο διαφορετικές διαστάσεις. Χρειάζονται τα στέρεα υποστυλώματα της αλήθειας και η έλξη του ανομολόγητου για να διασταυρωθούμε. Όμως, ο κόσμος μεταρσιώνεται. Οδηγείται μ’ ένα μικρό μαλλαρμεϊκό νεύμα σε τόπο εξιδανικευμένο και ίσως απόμακρο.

Ακούγοντας τον εαυτό ξεχωρίζει το διακριτικό γέλιο μιας διαρκούς παιδικότητας. Ακούγοντας το κενό, κατακλύζεται το σημείο από την οδύνη της μη συνάντησης, του ένδον σκάπτε, της αιχμηρής απόστασης.

Δεν έχω άλλο τι από αυτό εδώ το γράμμα… Σαν υστερόγραφο, απέναντι στην εύκολη απουσία αντιπαραβάλλω την αίσθηση της νοσταλγίας – σε ανακαλώ στη μνήμη. 

 

(ρολόι)

ΣΗΜΕΡΑ ΜΕΤΡΗΣΑ τις ώρες που έχω ζήσει. Είναι αρκετές χιλιάδες, τόσες που πια δεν τις θυμάμαι μία προς μία.

Αναλογίστηκα όσες εγκατέλειψα μόνες ή τις άλλες, τις σιωπηλές του ύπνου. Θέλησα να απομακρύνω από γύρω μου εκείνες τις αχρείαστες που λησμόνησα και με πολιορκούν διαρκώς για να τις ευνοήσω. Αποφάσισα να κρατήσω μόνον εκείνες τις λίγες που ένιωσα ευτυχισμένος˙ όποιες χώρεσαν τις στιγμές μιας ανείπωτης πλησμονής, που πλημμύρισαν, έστω για λίγο, τα σωθικά μου. 

Ξεκρέμασα το ρολόι από τον τοίχο. «Πρέπει να τις σκοτώσω όλες», μονολόγησα. Με τα χέρια δοκίμασα να τραβήξω τους σκληρούς μεταλλικούς δείκτες, να τους τσαλακώσω, να τους γυρίσω με ανάποδη φορά στον κύκλο των αριθμημένων ωρών μήπως τους ξεριζώσω και απαλλαγώ. Μάταια. Πληγιάστηκα, θύμωσα, άρχισα να βρίζω την ατυχία μου…

Το τικ-τακ ακούστηκε τώρα πιο έντονο. Αφουγκράστηκα την αλήθεια με χαρά και οδύνη: έρχεται η εποχή των μεταβάσεων ή αυτό χτυπάει άρρυθμα; Ένα πρελούδιο σιωπής απλώθηκε σιγά σιγά στον χώρο χρωματίζοντας τις επόμενες άγνωστες ώρες μου…

 

(Τίβερης)

Η ΓΥΝΑΙΚΑ με το κόκκινο φόρεμα περπατάει κατά μήκος του αρχαίου μονοπατιού. Είναι σκοτεινή κι αμίλητη˙ κοντοστέκομαι. (Η στέγη του βαπτιστηρίου, ο ήχος της καμπάνας, η οσμή ζεστών μαρμάρινων κορμιών).

Η φιγούρα της χάνεται αμέσως μετά, στην απογευματινή μπόρα και τη φασαρία από τα αυτοκίνητα. «Αβάσταχτη η περιπλάνηση χωρίς την παρουσία της», αναρωτιέμαι.

Έναν χρόνο αργότερα, η γυναίκα εμφανίζεται πάλι. Τα φτερά στους ώμους της είναι γαλάζια και πράσινα με λευκές άτσαλες πινελιές. Τα χείλη της κιτρινωπά, κύρτωσαν σαν ράμφος αιγυπτιακού πουλιού. Δεν έχει όνομα ούτε ρούχα. Πετάει χαμηλά, από την κόγχη της γέφυρας έως την επόμενη στροφή του ποταμού. Σφυρίζει στους περαστικούς. Προκαλεί ίλιγγο με τους ελιγμούς της ανάμεσα στα δέντρα. Επιστρέφει κι απομακρύνεται φλογερή στο ίδιο νοτισμένο ponte.

Τίποτ’ άλλο δεν έχω να διηγηθώ... Υπάρχει η γυναίκα. Στέκεται δίπλα μου. Τη φιλώ. Υπάρχει ο ποταμός. Ρέει. Υπάρχω κι εγώ. Αναπνέω.


*Δείγμα-προδημοσίευση από τη συλλογή διηγημάτων Αλλόκοτες ιστορίες, προσεχώς στις (.poema..) εκδόσεις