ΛΕΞΗtanil
τ.3

Νεκτάριος Βασιλόπουλος


Ιστιοφόρα ζώνη

ΜΙΑ ΩΡΑΙΑΝ ΠΡΩΙΑΝ, καθώς περπατούσα άσκοπα στην κεντρική εμπορική οδό της πόλης, μόνος και χωρίς κάποια πίεση χρόνου, είδα τη βιτρίνα ενός καταστήματος ρούχων να λαμπυρίζει. Μου έκανε εντύπωση και επειδή δεν ήξερα πώς και γιατί, πλησίασα και στάθηκα για να την παρατηρήσω: ήταν μια τυπική βιτρίνα, με ωραία ρούχα να τη στολίζουν. Δύο σκούρα κοστούμια στέκονταν στο κέντρο της, με κάμποσα πουκάμισα και ζώνες να κείτονται στα πλαϊνά τους και μπροστά τους. Το εορταστικό κλίμα των ημερών φαινόταν από τα χριστουγεννιάτικα στολίδια που αιωρούνταν γύρω από τα κοστούμια, προσπαθώντας με τα έντονα χρώματά τους να τραβήξουν τα βλέμματα των περαστικών.

Κάπου εκεί, μεταξύ κοστουμιών και πουκαμίσων, ήταν μισοτυλιγμένη-μισοαπλωμένη μια καφετιά ζώνη με ασημένια ανάγλυφη αγκράφα. Δεν μπορούσα να διακρίνω τι σκάλισμα είχε η αγκράφα, αλλά η ζώνη αυτή ξεχώριζε. Φαινόταν άριστης ποιότητας, δερμάτινη, παχιά και καλοφτιαγμένη. Θα μπορούσε να συνοδεύσει οποιοδήποτε κοστούμι ανάλογης ποιότητας, αρκεί βέβαια ο τυχερός ιδιοκτήτης της να είχε καλό γούστο. Γιατί, εδώ που τα λέμε, πόσες φορές δεν έχουμε δει όμορφες ζώνες να συγκρατούν μέτρια παντελόνια ή το ανάποδο; Το καλό γούστο δεν είναι αυτονόητο. Πολλοί άνθρωποι δεν μπορούν να συνδυάσουν σωστά τα ρούχα τους, όσα χρόνια κι αν περάσουν.

Αυτό βέβαια δεν ισχύει για μένα πλέον. Μου άρεσε πολύ η συγκεκριμένη κι αποφάσισα να ρωτήσω γι’ αυτήν. Ο υπάλληλος μού είπε με σιγανή φωνή την τιμή που περίμενα, πάνω-κάτω: εξήντα ευρώ. Τον κοίταξα σιωπηλός. «Θα περάσω αύριο για να την πάρω, αλλά θέλω καλύτερη τιμή…». Κούνησε το κεφάλι του συγκαταβατικά. Φεύγοντας, έριξα μια τελευταία ματιά στην καφετιά ζώνη. Μου φάνηκε σαν να είχε ξετυλιχτεί κάπως και να είχε πλησιάσει προς το ένα κοστούμι, αυτό το ανθρακί με τις λεπτές σαν τρίχες, καφέ ρίγες. Δεν το πολυσκέφτηκα κι απομακρύνθηκα με το ίδιο, αργό και σκεπτικό βήμα.

Το επόμενο πρωί, ο υπάλληλος με ρώτησε αν ήθελα να δοκιμάσω και ένα κοστούμι, μιας που πλησίαζαν Χριστούγεννα και ένα δώρο στον εαυτό μου άξιζε να το κάνω. Είχα χρόνια να αγοράσω και συμφώνησα διστακτικά. Θυμήθηκα το ανθρακί της βιτρίνας... Ο υπάλληλος χαμογέλασε παράξενα.

-Συμβαίνει κάτι με το κοστούμι αυτό;
-Όχι, κάθε άλλο. Απλώς… να, συνέβη κάτι πολύ περίεργο. Τόσο που αν δεν το έβλεπες με τα ίδια τα μάτια σου, θα πίστευες ότι είναι αποκύημα φαντασίας.
-Δεν καταλαβαίνω.
-Φυσικά. Άμα σου πω, θα με πάρεις για τρελό ή για μυθομανή.
-Όχι, βέβαια. Πες μου, σε παρακαλώ.

Η περιέργειά μου έφτασε στο κατακόρυφο. Ο υπάλληλος ανέπνευσε βαθιά και άρχισε να μιλάει σιγανά, σαν να φοβόταν μήπως οι τοίχοι έχουν αυτιά.

-Ναι… η ζώνη που σε ενδιαφέρει, η καφετιά, δεν ήταν στη θέση της το πρωί που ήρθα.
-Τι εννοείς; Την πήρε κάποιος άλλος χθες;
-Όχι. Όταν έφυγα το βράδυ, ήταν στη θέση της, εκεί που την είδες. Σήμερα όμως είχε μετακινηθεί. Τη βρήκα στο παντελόνι του ανθρακί κοστουμιού, περασμένη κανονικά στη θέση της. Και για να σε προλάβω, δεν μπήκε κανείς στο μαγαζί από την ώρα που το έκλεισα μέχρι το πρωί που το άνοιξα. Κοίταξα το βίντεο από τις κάμερες ασφαλείας νωρίτερα. Επιπλέον, ο ιδιοκτήτης βρίσκεται στην Αθήνα και θα γυρίσει αύριο. Τι λες να συνέβη;

Τον κοίταξα μ’ ένα μίγμα έκπληξης και δυσπιστίας συνάμα. Είχα ακούσει πολλά τρελά αλλά τόσο πολύ, πρώτη φορά. Και όχι επειδή η ζώνη αυτή ήταν πολύ όμορφη. Οι ραφές της, ισορροπημένες και τέλεια σχηματισμένες. Το δέρμα της, λείο και ζεστό στην αφή, με μια μικρή αίσθηση ανάγλυφου, ίσα να δίνει στο χέρι μου την εντύπωση ότι έχει κι αυτή ζωή μέσα της. Η αγκράφα της ήταν κι αυτή θαυμάσια. Κοίταξα προς το μέρος της και είδα τότε την παράσταση που χαράχτηκε πάνω της: ένα ιστιοφόρο πλοίο, σαν αυτά που κυριαρχούσαν για αιώνες στους ωκεανούς. «Λες να τράβηξε το πλοίο τη ζώνη προς το κοστούμι;», σκέφτηκα, και αμέσως η υπόθεση αυτή απορρίφθηκε από τη λογική μου.

-Τι να πω; Ότι η ζώνη μετακινήθηκε από μόνη της; Δεν νομίζω. Κάποιος την έβαλε εκεί.
-Ποιος όμως; Κανείς δεν ήρθε όλη τη νύχτα.
-Πού να ξέρω; Δεν είμαι μάγος. Η λογική λέει ότι κάποιος την έβαλε εκεί. Αν εσύ δεν τον πήρες χαμπάρι, είναι άλλο θέμα.
-Τέλος πάντων, να σου το φέρω να το βάλεις.

Το κοστούμι ήταν τέλειο. Απόλυτα ταιριαστό με το σώμα μου, και πολύ όμορφο. Η ζώνη όμως ξεχώριζε. Σαν να ήταν χαρούμενη που βρισκόταν πάνω στο παντελόνι αυτό. Σαν να είχε προνοήσει κάποιος και να είχε ράψει αυτό το κοστούμι ειδικά γι’ αυτή τη ζώνη. Σαν να είχε ψάξει πολλά κοστούμια η ζώνη αυτή, και όταν βρήκε αυτό που της άρεσε περισσότερο, «κόλλησε» πάνω του. Γιατί, πώς να το πω, μου φάνηκε σαν να έλαμπε περισσότερο η ζώνη τώρα, παρά όταν την είδα μόνη της το προηγούμενο βράδυ.

Όμως, κάτι δεν έστεκε. Στον δρόμο σκεφτόμουν τι δεν πήγαινε καλά. Ξαναφόρεσα το κοστούμι. Τα μάτια μου ήταν καρφωμένα στη ζώνη. «Ξεκόλλα τα μάτια σου επιτέλους, δεν είναι καμιά γυναίκα!». Ξαφνικά, ένιωσα το κοστούμι να μου είναι άβολο. Οι ραφές άρχισαν να τρίβονται, αντιστέκονταν στις κινήσεις που έκανα. Το ύφασμα άρχισε να με ενοχλεί. Τα κουμπιά δεν έμπαιναν στις θέσεις τους εύκολα πια. Και η ζώνη… η ζώνη άρχισε να σκοτεινιάζει. Το χρώμα της δεν ήταν τόσο λαμπερό, η αίσθηση που είχα όταν την έπιανα δεν ήταν «φιλική». Σαν να μου έλεγε, «δεν σε θέλω άλλο, αρκετά με κοίταξες». Μα περισσότερο, το ιστιοφόρο έδειχνε να χάνεται, να χάνονται οι γραμμές του. Σαν να κρυβόταν πίσω από ένα σύννεφο από μέταλλο, σαν να βούλιαζε μέσα στην αγκράφα.

«Δεν είναι και τόσο όμορφη πια. Ας τη βγάλω και βλέπω τι θα κάνω μαζί της». Το κοστούμι ηρέμησε αμέσως. Ένιωσα όπως την στιγμή που το έβαλα. Λες και δεν χρειαζόταν καμία ζώνη για να με ντύσει όπως ήθελα. Την πέταξα μέσα στο συρτάρι του ντουλαπιού. Έφυγα με ένα αίσθημα σύγχυσης. «Τι να κάνω τώρα; Μ’ αρέσει τόσο, ειδικά η αγκράφα. Ταιριάζει απόλυτα με το κοστούμι. Αλλά, δεν μπορώ να τη φοράω. Δεν θέλω να σκέφτομαι συνέχεια αν θα με δεχθεί…». Μέχρι να επιστρέψω, είχα πάρει την απόφασή μου. Θα την άλλαζα με κάποια άλλη, λιγότερο εντυπωσιακή. Μέχρι το πρωί, το ιστιοφόρο είχε σβήσει.