ΛΕΞΗtanil
τ.3

Δημήτρης Νάσκος


Ποτάμια στα φράγματα  

Ήτανε βράδυ Κυριακής 
Είχε ξαπλώσει με τις πυτζάμες στον καναπέ και είχε σκεπαστεί με το πάπλωμα 
Στο τραπέζι έστεκε ένα πιάτο με λίγα ψίχουλα κι ένα ποτήρι μπύρας
Κοίταξε το ρολόι και άνοιξε την τηλεόραση
Πλησίαζε εννέα η ώρα
Οι ειδήσεις έδειχναν μια διαδήλωση σε μια πολιτεία της Αμερικής που είχε σχέση με τους μισθούς
Άπλωσε το χέρι του μέχρι το μπολ και έκλεισε λίγα φιστίκια στη χούφτα του
Έριχνε τα τσόφλια στο τασάκι καθώς έβλεπε το πλήθος να βαδίζει και να φωνάζει συνθήματα κρατώντας στα χέρια του χαρτόνια με μηνύματα
Όταν έφτασε στο δημαρχείο συνάντησε τις αρχές όπως συναντάει ένα ποτάμι κάποιο φράγμα  
Με τις ασπίδες πίεζαν προς τα εμπρός και με το άλλο χέρι χτυπούσαν με τα κλομπ
Ο τόπος γέμισε με καπνούς δακρυγόνων και ακούστηκε ο θόρυβος που κάνουν τα μπουκάλια και οι πέτρες όταν πέφτουν στην άσφαλτο 
Εμφανίστηκε ο στρατός και το ποτάμι έκανε πίσω

Έβγαλε ένα χαρτομάντιλο από την τσέπη και σκούπισε το στόμα του 
Έπειτα με τη γλώσσα έβρεξε τα χείλια και άραξε καλύτερα στη θέση του  
Έτριβε τα μάτια του που έκλειναν όταν ξαφνικά παρατήρησε πως ανάμεσα στα κράνη και τον όχλο θα είχε απομείνει μια κενή νεκρή ζώνη αν μια παρουσία δεν συνέχιζε να στέκει ατάραχη
Βρίσκονταν ολομόναχη ανάμεσα στα δύο μέτωπα
Είχε το κορμί της ίσιο και στον λαιμό της κρέμονταν ένα μενταγιόν σε σχήμα καρδιάς
Φόραγε ένα φόρεμα με λουλούδια που ανέμιζε 
Τα μαλλιά της χάιδευαν τη μια πλευρά του προσώπου καθώς κοίταζε επίμονα το κτίριο που φύλαγε το φράγμα
Έσφιγγε τις παλάμες και το στήθος της άρχισε να πάλλεται όλο και πιο έντονα
Ο τύπος στον καναπέ πίεσε τα φρύδια και άρχισε ν’ αναρωτιέται γιατί άραγε δεν έφευγε από εκείνο το μέρος που θύμιζε κόλαση
Ένας κάδος πήρε φωτιά και το πεζοδρόμιο είχε γεμίσει θρύψαλα από τα τζάμια των αυτοκινήτων
Στο βάθος ένας άντρας με σκοτεινά γυαλιά που κρατούσε ασύρματο περίμενε εντολές παρακολουθώντας μέσα από ένα τζιπ 

Έπιασε το πακέτο που ήταν πεταμένο στην πολυθρόνα παραδίπλα μαζί με το παντελόνι και το πουκάμισο του και άναψε τσιγάρο  
Φύσηξε μια τζούρα προς το ταβάνι και άρχισε να θυμάται εκείνο το παράξενο όνειρο που είδε πριν λίγα βράδια
Ήταν λέει ένας ανθρωπάκος που αντί για μάτια είχε χιόνια όπως εκείνα που βγάζουν οι τηλεοράσεις όταν δεν έχουν σήμα
Όπου και να πήγαινε ότι και να έκανε στη ζωή του τα χιόνια παρέμεναν 
Η μόνη στιγμή που το βλέμμα του επανέρχονταν ήταν όταν κάθονταν μπροστά στην τηλεόραση
Τότε μονάχα έβλεπε φυσιολογικά την πραγματικότητα

Είχε αφαιρεθεί και η στάχτη που είχε μεγαλώσει ήταν έτοιμη να πέσει στο χαλί
Έσβησε το τσιγάρο και συγκεντρώθηκε πάλι στην οθόνη
Η εικόνα με τη διαδήλωση είχε χαθεί και στην θέση της βρίσκονταν πλέον ένας δημοσιογράφος 
Χαμογελούσε πότε-πότε στην κάμερα και έφτιαχνε τη γραβάτα του
Σ’ ένα παράθυρο υπήρχε κι ένας πολιτικός που βεβαίωνε πως η δημοκρατία δεν κινδυνεύει από λίγους ταραξίες  
Έπιασε το κοντρόλ κι έκλεισε τη φωνή
Σηκώθηκε με τις κάλτσες δίχως να φορέσει παντόφλες και άρχισε να κόβει βόλτες στο δωμάτιο σκεπτόμενος έντονα εκείνο το άτομο στην πορεία 
Έπειτα ξαφνικά σταμάτησε 
Έχωσε την παλάμη μες τα μαλλιά του και φούσκωσε τα μάγουλα του με αέρα
Άρχισε να κοιτάζει τους τοίχους 
Τον καναπέ 
Τα μαξιλάρια 
Το πάπλωμα 

 

Ο γέρος

Οι φωνές ακούστηκαν μέχρι το σπίτι του γέρου
Κάθε Σάββατο απόγευμα η αυλή δεν ήταν απλώς ένας τόπος από τσιμέντο 
Γέμιζε με παιδιά που έπαιζαν και ζωντάνευαν τη γειτονιά  
Σηκώθηκε από την πολυθρόνα και άρχισε να βαδίζει με το μπαστούνι μέχρι το παράθυρο
Με την άκρη του ματιού του κοίταξε τον σκύλο που άραζε στη βελέντζα δίπλα στο τζάκι
Άλλες φορές θα σηκωνόταν γεμάτος ενθουσιασμό και θα τον ακολούθαγε όμως εκείνη τη στιγμή προτίμησε να συνεχίσει τον ύπνο του
Τράβηξε την κουρτίνα ίσα-ίσα να χωράει το πρόσωπο του και έστρωσε τα γυαλιά του στη μύτη
Παρατήρησε τον ουρανό που ήτανε γκρίζος και τα πουλιά που πέταγαν χαμηλά 
Με το μανίκι του καθάρισε το τζάμι που είχε θολώσει από τα χνώτα του και χαμήλωσε το βλέμμα 
Απέναντι μια γυναίκα μάζευε στο μπαλκόνι τα ρούχα 
Ένας τύπος που ακουμπούσε τους αγκώνες του στα κάγκελα πέταξε μια γόπα στο δρόμο και κλείστηκε στο διαμέρισμα του τραβώντας τα πατζούρια
Ακόμη πιο κάτω ανάμεσα στις πολυκατοικίες τ’ αγόρια ήταν χωρισμένα σε δυο ομάδες και κλοτσούσαν μια μπάλα
Για τέρμα είχαν βάλει δυο σχολικούς σάκους
Τα κορίτσια γελούσαν παίζοντας σχοινάκι και κυνηγητό  
Κάποιος σκόραρε και άρχισε να πανηγυρίζει τρέχοντας πέρα δώθε καθώς
οι υπόλοιποι από την ίδια ομάδα προσπαθούσαν να τον πιάσουν 
Ο γέρος έσφιξε τη λαβή στο μπαστούνι  
Και τι δεν θα έδινε να μπορούσε να φορέσει όπως παλιά τη φόρμα του και να γινόταν ένα με τους μπόμπιρες 
Και τι δεν θα έδινε για να μπορούσε να πηδήξει στον αέρα και να ρίξει μια γερή κεφαλιά
Έβαλε το χέρι στο στόμα και άρχισε να βήχει 
Έπειτα καθάρισε τον λαιμό του κι έτριψε το λευκό του μουστάκι  
Όταν χαλάρωσε ξανακοίταξε την αυλή
Ένα κορίτσι τράβηξε την προσοχή του
Φορούσε μια κορδέλα στα μαλλιά και κρατούσε ένα πορτοκάλι 
Θυμήθηκε τη γυναίκα του που πλέον δεν ζούσε κι εκείνο το ραβασάκι που της είχε αφήσει πριν από πολλά χρόνια κάτω από το θρανίο της 
Τι να έλεγε άραγε εκείνο το γράμμα 
Θα ήθελε να τον βοηθούσε η μνήμη του μα εκείνη όλο και άδειαζε τελευταία 
Επέμενε να σβήνει πράγματα και καταστάσεις 

Ξαφνικά μια ψιχάλα έπεσε και τα παιδιά κοίταξαν όλα μαζί προς τον ουρανό
Από ένα μπαλκόνι ακούστηκε μια φωνή που έλεγε να μαζευτούν όλοι στα σπίτια τους
Το μπουρίνι δεν θα αργούσε να έρθει και ο αγέρας θα χτυπούσε σύντομα τις τέντες κάνοντας τις λαμαρίνες να τρίξουν
Ο γέρος άφησε την κουρτίνα να πέσει και κουτσαίνοντας ξαναπήγε μέχρι την πολυθρόνα του
Τράβηξε την κουβερτούλα μέχρι τη μέση και άναψε ένα κερί που βρίσκονταν δίπλα στο τραπεζάκι
Το παρατηρούσε να χάνει λίγο-λίγο το ύψος του
Κοιτούσε τη φλόγα που το έλιωνε
Κάποια στιγμή θα πρέπει να τον πήρε βαθιά ο ύπνος
Πολύ βαθιά
Πάρα πολύ