ΛΕΞΗtanil
τ.3

Γιώτα Αναγνώστου


«Ένα ακόμα»

Όταν έφευγα μ’ έναν μπόγο παραμάσχαλα από το Montepulciano για να πάω στη Φλωρεντία, οι φιλενάδες μου –κορίτσια του χωριού όλες σαν κι εμένα– ζήλευαν την καλή μου τύχη. Πώς θα ’θελαν κι αυτές να ζήσουν στο τρανό palazzo του Francesco del Giocondo. Να τις χαϊδέψουν τα μετάξια κι ας ήταν χάδια φευγαλέα από τα φουστάνια των κυράδων. Να μεθύσουν από τη μυρωδιά φίνων κρασιών κι ας ήταν τα ποτήρια σ’ άλλα χέρια κι ας δροσίζαν άλλα χείλια. Να λιώσουν από ηδονή σε χέρια ανδρών με τρόπους ευγενείς κι ας ήταν να τους την προσφέρει μόνο η κλειδαρότρυπα. Με ζήλευαν που θα ’φευγα από το χωριό. Θα γλίτωνα από το τρύπιο μου φουστάνι, το φτωχικό μου σπίτι και τ’ άγαρμπα τα μπράτσα του Roberto.

Πού να ’ξεραν τα δάκρυα που χύνω εδώ στο πλουσιόσπιτο του μεγαλέμπορου Francesco del Giocondo. Κάθε φριχτή μέρα πρέπει να φροντίζω αυτή τη δύστροπη κυρά. «Diana, τα μαλλιά μου», «Diana, το λουτρό μου», «Diana, Diana, Diana…». Τα χέρια μου δεν φτάνουν να φροντίσω όσα χρειάζεται για να ’ναι κάθε απόγευμα έτοιμη και να ποζάρει για το καινούργιο πορτρέτο της. Κι εγώ η δόλια, με δυο μόνο χέρια, να πρέπει να κάνω τ’ αδύνατα δυνατά, ό,τι χρειάζεται, για να μην φανούν τα κατσικίσια πόδια της.

Παρθένα μου Μαρία και θείο βρέφος! Ούτε να το πω δεν μπορώ, δίχως ν’ ανατριχιάσω σ’ όλο το κορμί, μα ναι! Η κυρά μου έχει πόδια κατσίκας.

Κάθε βράδυ πριν πέσω για ύπνο λέω δέκα «Ave Maria», γονατιστή. Κι ύστερα ψηλαφώ τα πόδια μου. Κι ύστερα προσπαθώ να θυμηθώ τις όμορφες, σφιχτές γάμπες του Roberto και πώς έμπλεκαν με τις δικές μου μες στ’ αμπέλια του Montepulciano. Και δεν μπορώ.

Μόνο τα κατσικίσια πόδια της βλέπω κι αυτή με κοροϊδεύει με το ηλίθιο μισοχαμόγελό της.

Κι εκείνες οι χαζές με ζήλευαν που έφευγα.

Μόνο τα κατσικίσια πόδια της.

Συγχώρα με Παρθένα μου. Ένα ακόμα «Ave Maria».