ΛΕΞΗtanil
τ.3

Η διδαχή από τον μοντερνισμό της Ελίζαμπεθ Μπίσοπ


Τριαντάφυλλος Η. Κωτόπουλος


Υπεύθυνος έκδοσης ΛΕΞΗτανίλ,
Επίκουρος Καθηγητής Δημιουργικής Γραφής και Νεοελληνικής Λογοτεχνίας –  Επιστημονικά Υπεύθυνος Μ.Π.Σ. "Δημιουργική Γραφή"
Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας


Σεμνύνομαι να είμαι φίλος του ποιητή, του πεζογράφου, του δοκιμιογράφου, του μεταφραστή και του δασκάλου της δημιουργικής γραφής Γιώργου Παναγιωτίδη. Καμαρώνω να είμαι και συνεργάτης του στο ΠΜΣ Δ.Γ. τόσο του ΠΔΜ όσο και του ΕΑΠ. Θα μου επιτρέψετε πρώτα να σας πω δυο λόγια τον συνοδοιπόρο μου.

Ο Γιώργος Παναγιωτίδης, από το 1995 έως και σήμερα, έχει εκδώσει πέντε ποιητικές συλλογές: (1995) Τα δύο όλα, εκδ. Μανδραγόρας, (2002) Ρύνια, εκδ. Μανδραγόρας, (2002) Δι' οδών, εκδ. Μανδραγόρας, (2012) Ομορφιές αφόρητες, εκδ. Γαβριηλίδης και (2014) Κύμα άλμα, εκδ. Γαβριηλίδης.(2014) Γιώργος Σεφέρης Βίος και Παρωδία, εκδ. Γαβριηλίδης. Έχει εκδώσει ένα μυθιστόρημα, (2007) Ερώτων και αοράτων, εκδ. Γαβριηλίδης, το οποίο διακρίθηκε με το βραβείο μυθιστορήματος του περιοδικού Διαβάζω (νυν Αναγνώστης), ενώ ένα δεύτερο αναμένεται να εκδοθεί από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης εντός του 2017, στο οποίο θα αναφερθώ ειδικότερα παρακάτω. Υπήρξε μέλος της συντακτικής επιτροπής του Μανδραγόρα από το 1995 έως το 2005, επιφορτισμένος με την παρουσίαση κυρίως ποιητών. Το ίδιο έκανε και στο «Συμπόσιο Ποίησης» στο Πανεπιστήμιο Πατρών. Αποφοίτησε από το ΠΜΣ Δημιουργική Γραφή του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας το 2009 και διδάσκει σε αυτό από το 2014. Είναι υποψήφιος κι οσονούπω διδάκτορας στη Δημιουργική Γραφή και η διατριβή του έχει τίτλο: Διατριβή σαν μυθιστόρημα Ίσος Ιησούς, συγγραφική πρακτική και λογοτεχνική θεωρία.

Προσωπικά, εξαιτίας του βιβλίου Ελίζαμπεθ Μπίσοπ Ποιήματα –άρτιο και ως υλικό σώμα, όπως οφείλει κάθε βιβλίο– γνώρισα καλύτερα κι επανεκτίμησα την Αμερικανίδα ποιήτρια. Κι απόλαυσα με άλλη οπτική τόσα στριμωγμένα ποτάμια, τόσους καταρράκτες, που θα έλεγε και η ίδια. Εξαιρετικό και το επίμετρο και φανερά γραμμένο από έναν ποιητή, καθώς συμπυκνώνει και δεν κουράζει με περιττές πληροφορίες.

Η πετυχημένη λογοτεχνική μεταφορά ενός έργου από την πρωτότυπη γλώσσα (τη γλώσσα-πηγή) στη γλώσσα έκδοσης (γλώσσα-στόχο) συνιστά άθλο. Γιατί η λογοτεχνική μετάφραση απαιτεί γνώσεις, κόπο, έμπνευση, αλλά εγκυμονεί και πολλαπλούς κινδύνους. Από φραστικές αστοχίες ως εξεζητημένες αποδόσεις των αρχικών κειμένων. Κατά την προσωπική γνώμη μου, διακρίνω ως ευτυχή συγκυρία ο μεταφραστής να είναι ο ίδιος και δημιουργός, λογοτέχνης, γιατί συνειδητοποιεί τις δυσκολίες μιας τέτοιας αναμέτρησης με τη γλώσσα του. Ακόμη και σε παραδείγματα που μεταφραστές κατέθεσαν προσωπικά τους έργα, εκ των υστέρων, και θα μπορούσε κάποιος κακοπροαίρετος να υποθέσει ότι έχουν ζηλέψει τη δόξα και τη φήμη όσων έχουν μεταφράσει, τα δείγματα γραφής ενίοτε είναι εξαιρετικά. Πολλά ερωτήματα ασφαλώς είναι εξόχως ενδιαφέροντα και χρήζουν ουσιαστικότερων συναντήσεων ή τουλάχιστον θα πρέπει να λειτουργούν εναυσματικά γι’ αυτές. Δεν φιλοδοξώ να απαντήσω σε ερωτήσεις του τύπου: πρέπει σε μια δημιουργική μεταγραφή του έργου να υπηρετείται μόνον η πληρέστερη ανάδειξη των νοημάτων του ή δεν είναι κακό να αποκαλύπτεται και το εγώ του δημιουργού; Αυτό όμως που εμφατικά θέλω να τονίσω ότι η γλώσσα μας, υπέροχη και ιδιαιτέρως πλούσια, αλλά συχνά δύσκολη και στριφνή, απαιτεί από τον μεταφραστή πολλαπλή και μακρόχρονη συναναστροφή μαζί της, έτσι ώστε να επιτευχθεί το βέλτιστο αποτέλεσμα. Ο Παναγιωτίδης έχει στη φαρέτρα του τα αναγκαία, αλλά διαθέτει κι εκείνο το πολιτισμικό κεφάλαιο που του επιτρέπει σήμερα, στην εμπατή της ωριμότητάς του, να μας συστήσει με ασφάλεια το έργο της κορυφαίας Αμερικανίδας ποιήτριας του 20ού αιώνα. Δεν είναι ένας απλός μεταπράτης, ένας μεσάζοντας, αλλά ένας παθιασμένος και διαρκώς εξελισσόμενος λόγιος που ανοίγει δρόμους για να χαιρετίσουμε μελλοντικά και νέες μεταφραστικές απόπειρες και αναλυτικότερες προσεγγίσεις του έργου της Μπίσοπ. Ο Παναγιωτίδης πέτυχε τη λογοτεχνική ανάπλασή του, γιατί μετέφρασε κάτι που του άρεσε και έως έναν βαθμό ταιριάζει στην ιδιοσυγκρασία του.

Όταν ο Γιώργος μοιράστηκε τις σκέψεις του μαζί μου, απόρησα. Γιατί μετάφραση, γιατί την Μπίσοπ, γιατί όλο αυτό σε μια φάση που εκπονούσε τη διδακτορική διατριβή του; Θεωρητικά μπορεί να τον αποσπούσε από τη θεραπεία της επιστημονικής του ενασχόλησης με όσα προαναφερθήκαμε. Σύντομα έπιασα τον εαυτό μου να λειτουργεί με τη διαστροφή του πανεπιστημιακού δασκάλου και να μετουσιώνει την ανθρώπινη απορία σε ερευνητικό ερώτημα προς εξέταση και απόδειξη. Γνώριζα βέβαια εκ προοιμίου πως σε θέματα τέχνης δεν εμφιλοχωρούν πάντοτε θεωρητικά σχήματα και αφορισμοί ακαδημαϊκής πειθαρχίας.

Εκπρόσωπος του μοντερνισμού η Μπίσοπ, του μεταμοντερνισμού ο Παναγιωτίδης, σύμφωνα με τη θεωρία της λογοτεχνίας σκέφτηκα. Αλλ’ αυτές οι γραμμές παραβιάζονται ευκολότερα, καθώς ρεύματα, τάσεις και θεωρητικές προσεγγίσεις συχνά αλληλοεπικαλύπτονται, χωρίς φυσικά να αίρεται η αξία τους. Η προβληματική μου στεγάστηκε ασφαλέστερα στους κοινωνιολογικούς όρους «νεωτερικότητα» και «μετανεωτερικότητα», έχοντας όμως πάντοτε κατά νου τη ρήση του Αντόρνο, πως το αυθεντικό έργο τέχνης είναι το τελευταίο απομεινάρι του ορθού λόγου.

Η Μπίσοπ ανήκει στην περίοδο της νεωτερικότητας που χρονολογικά εκκινεί (δεν υπάρχει ομοφωνία στην επιστημονική κοινότητα) κατά τον 18ο αιώνα, δηλαδή την περίοδο του εκκοσμικευμένου κινήματος του Διαφωτισμού και την απαρχή της Βιομηχανικής Επανάστασης, και προσδιορίζεται μέχρι τις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Χάρη στην κληρονομιά του πατέρα της δεν επεδίωξε ποτέ μιαν υπαλληλική βιοποριστική ζωή. Αντιθέτως, ταξίδεψε πολύ. Από το 1935 έως το 1937 βρέθηκε στο Παρίσι, στην Ισπανία, στη Νότια Αμερική, στην Ιρλανδία και στην Ιταλία. Το 1938 αγοράζει ένα σπίτι στο Key West της Φλόριντα. Το 1951, καθώς συνέχιζε τη γεωγραφική της περιπλάνηση, αρρωσταίνει ενώ βρισκόταν στη Νότια Αμερική. Αποβιβάζεται στη Βραζιλία και κάνει αυτήν τη χώρα πατρίδα της για τα επόμενα δέκα οχτώ χρόνια. Η ομοφυλόφιλη σχέση της με τη Lota de Macedo Soares έδωσε στη ζωή της σταθερότητα και αγάπη, με αποτέλεσμα να εγκατασταθεί στο Rio de Janeiro, κοντά στην Petrópolis, και αργότερα, στο Ouro Prêto. Η Μπίσοπ περιγράφει, πολύ συχνά στην ποίησή της, τους πολίτες τρίτης κατηγορίας˙ τον αγροτικό και ημιαστικό πληθυσμό της Βραζιλίας, του Rio de Janeiro, οι οποίοι ζουν «σε μια εποχή τουλάχιστον μισό αιώνα πίσω». Αυτές τις κοινωνικές τάξεις τοποθετεί ακόμα και στο παρασκήνιο πολλών ποιημάτων της. Αναφέρει στα χειρόγραφά της, «όπως και άλλοι πρωτόγονοι πολιτισμοί, έτσι κι οι ιθαγενείς της Βραζιλίας, έχουν το δικαίωμα να αξιώσουν τον δικό τους ποιητή». Η αυξανόμενη δημοτικότητα της Μπίσοπ στις Ηνωμένες Πολιτείες συνέπεσε με το ταυτόχρονο ενδιαφέρον του αμερικανικού κοινού για τον βραζιλιάνικο πολιτισμό, με αφορμή την αξιοσημείωτη οικονομική ανάπτυξη της Βραζιλίας, εν μέσω μιας γενικότερης παγκόσμιας ύφεσης. Η ποιήτρια αναθρέφεται με τις αξίες της εθνικής κυριαρχίας και ταυτότητας (έχει ήδη αναδυθεί το έθνος κράτος), εθνικής οικονομίας, εθνικής κουλτούρας, γενικά μέσα στην ανάπτυξη των αστικών καπιταλιστικών κοινωνιών. Μηχανολογικές τεχνολογίες, θεωρητικές επαναστάσεις στις φυσικές και κοινωνικές επιστήμες, κατακλυσμιαίες αστικές μεταναστεύσεις, αλλά και η σταδιακή συγκρότηση πολυεθνικών επιχειρήσεων που σε συνδυασμό με τις δραστικές διακυμάνσεις της παγκόσμιας οικονομίας αρχίζουν να καθορίζουν τη μοίρα των εθνών-κρατών (μέσω του δανεισμού και των εμπορικών συναλλαγών). Η νεωτερικότητα συνεπάγεται την απεριόριστη πίστη στον ορθό λόγο και την ανθρώπινη λογική ως του μοναδικού οργάνου ανεύρεσης της αντικειμενικής πραγματικότητας, αλήθειας και διαρκούς προόδου. Εντός αυτού του πλαισίου και η ηθική πρόοδος και δικαιοσύνη. Τα χρόνια αυτά αναπτύχθηκαν μεγάλες επιστημονικές θεωρίες που διεκδίκησαν οικουμενική ισχύ, οι «μεγάλες αφηγήσεις» κατά Λυοτάρ που προσπάθησαν να ερμηνεύσουν συνολικά τον κόσμο. Τα πράγματα όμως δεν εξελίχθηκαν ακριβώς έτσι, καθώς διαχρονικά η εγκυρότητα του ορθού λόγου ταυτίστηκε με τις επιλογές της εκάστοτε εξουσίας. Πολλοί –«ισμοί» λειτούργησαν αντιφατικά με το αρχικό σχέδιο του Διαφωτισμού για προσωπική ανάπτυξη και κοινωνική δικαιοσύνη. Κλονίστηκε η πεποίθηση πως η πρόοδος της επιστήμης μπορεί να συμβάλλει στην πρόοδο της κοινωνίας (πυρηνικό ατύχημα του Τσέρνομπιλ και τρύπα όζοντος). Ο ορθός λόγος και οι συνδηλώσεις του δεν είχαν απάντηση στις ευέλικτες εργασιακές δομές που προκρίθηκαν (άρση της μονιμότητας της εργασίας κατ’ ουσίαν).

Ο Παναγιωτίδης βιώνει τον απόηχο, αν όχι τα απόνερα, της νεωτερικότητας (λόγω των ιδιαίτερων καταστάσεων που βιώνει η χώρα μας γαλουχείται σαφέστατα και με νεωτερικές ιδέες), αλλά ενηλικιώνεται μέσα στον έκδηλο μετασχηματισμό που συντελείται σε πολιτισμικές, κοινωνικές και οικονομικές πρακτικές όσο και σε μια νέα κουλτούρα σκέψης από τις αρχές του 1970, στην εποχή δηλαδή της μετανεωτερικότητας. Στα πεδία της κοινωνικής δράσης, του πολιτισμού, της κοινωνικής τάξης, των έμφυλων και οικογενειακών σχέσεων. Είμαστε πλέον μπροστά σ’ έναν διαφορετικό τρόπο θέασης των σύγχρονων κοινωνιών και των συνθηκών ζωής και εργασίας. Η εθνική κυριαρχία περιορίζεται, η κουλτούρα παγκοσμιοποιείται, η συσσώρευση κεφαλαίου πραγματοποιείται με πιο ευέλικτους τρόπους. Εκρηκτική η ανάπτυξη της τεχνολογίας και η διάδοση της πληροφορίας (η κοινωνία της πληροφορίας) πέρα από κάθε περιορισμό εθνικών συνόρων και χρονικών διαμεσολαβήσεων. Οι πολυπρισματικοί αυτοί μετασχηματισμοί δημιουργούν μια  υπερπραγματική-υπερβατική κατάσταση. Η ύπαρξη θεμελιωδών αρχών και αξιών παύει να υφίσταται, όπως άλλωστε και η αντικειμενική θέαση των πραγμάτων. Οι εθνικές, γλωσσικές και πολιτισμικές ταυτότητες διαβρώνονται. Μοιάζει να ευνοείται η ετερογένεια, η απροσδιοριστία και ο κατακερματισμός-αποσπασματικότητα και η  ασυνέχεια. Η διαφορά προτιμάται από την ομοιομορφία. Μα το κυριότερο γνώρισμα της μετανεωτερικότητας είναι η δυσπιστία απέναντι σε κάθε ολοκληρωτικό-οικουμενικό λόγο. Οι μεγάλες αφηγήσεις σήμερα έχουν γίνει ελάχιστα αξιόπιστες και τη θέση τους καταλαμβάνουν οι μικροαφηγήσεις που διαμορφώνονται σε «τοπικά» οικογενειακά, κοινοτικά, εκπαιδευτικά περιβάλλοντα και είναι πάντοτε καταστασιακές.

Η Μπίσοπ έζησε στη νεωτερικότητα, αλλά μ’ έναν μετανεωτερικό τρόπο. Θα μπορούσα να παραθέσω μια σειρά επιχειρημάτων κατά τη γνώμη μου. Θα εστιάσω παραδειγματικά σε δύο μόνο. Αρχικά στην άρνησή της να συμπεριληφθούν ποιήματά της σε γυναικείες ανθολογίες, αιτία που το φεμινιστικό κίνημα της εποχής τη θεώρησε εχθρική και αποβλητέα, όπως επισημαίνει ο Παναγιωτίδης. Το γεγονός συνιστά ουσιαστικά μια άρνηση της μεγάλης φεμινιστικής αφήγησης.

Ως δεύτερο, αλλά συμπεριλαμβάνονται πολλά άξια λόγου εδώ, αναφέρω την αποσπασματικότητα της ποίησής της ‒σπαράγματα βιωμάτων, ασήμαντες προσωπικές λεπτομέρειες, αλλά και το άκεντρο που τη διακρίνει– η αρχική πραγματιστική αφήγηση απομακρύνεται προοδευτικά νοηματικά κι ωθούν τον αναγνώστη σε δικούς του αέναους συλλογισμούς. Είναι μερικοί εμβληματικοί καλλιτέχνες που προηγούνται της εποχής τους. Κι είναι κάποιοι άλλοι, όπως ο Παναγιωτίδης, που πιστεύουν διαχρονικά στα «Ερωτήματα του ταξιδιού» και πως πρέπει να ονειρευόμαστε τα όνειρά μας / και να τα κατακτούμε επίσης  ‒ της Μπίσοπ κι αυτό. Στη δική του, τη σημερινή εποχή, η άρνηση της μαζικής κουλτούρας και της προώθησης από τις πολιτιστικές βιομηχανίες μιας καταφατικής κουλτούρας τον ενεργοποιούν. Της κουλτούρας δηλαδή που κατασκευάζεται με βιομηχανικό τρόπο και τυποποιείται για να μπορεί να καταναλωθεί ευκολότερα μέσα από την ατέρμονη επανάληψη θεμάτων, μοτίβων και τεχνικών, τις διασκευές αυθεντικών έργων και την αναίσχυντη εκμετάλλευση στοιχείων της λαϊκής κουλτούρας που αποχωρίζονται βάναυσα από τα αρχικά τους συμφραζόμενα. Γιατί ο ποιητής δεν αποδέχεται άκριτα πως η φυσική εντροπία ενεργοποιεί την ενορχήστρωση των αντιθέσεων του σύμπαντος. Η υπαρξιακή αγωνία του, αλλά και η περιέργειά του, τον οδηγούν να συγκρουστεί και να μην συμπλεύσει με τις δομές και πρακτικές μέσα από τις οποίες διαμορφώνεται η ρητορική της κυρίαρχης ιδεολογίας και της μαζικής κουλτούρας.

Ο Παναγιωτίδης αποτάσσεται τον εργαλειακό λόγο της λογοτεχνίας, το είδος δηλαδή μιας λογοτεχνικής ορθότητας ‒επιτρέψτε μου τον νεολογισμό‒ που ασκούμε όταν υπολογίζουμε τη συμφερότερη προσαρμογή των λογοτεχνικών τρόπων σ’ έναν δεδομένο σκοπό. Ταυτόχρονα, από-ιεροποιεί τα  μεταφυσικά πολιτισμικά τοτέμ και ασκεί κριτική με τη στάση και τον λόγο του στα σύγχρονα «είδωλα πολιτισμού». Σ’ ό,τι δηλαδή συντείνει στη μετατροπή των υποκειμένων σε αντικείμενα-πράγματα. Μέσα από την εμπλοκή του στη διδασκαλία της Δημιουργικής Γραφής διερευνά τον «ιδεότυπο» ενός σύγχρονου κριτικού λόγου. Ο ιδεότυπος, όπως τον έχει ορίσει ο Βέμπερ, δεν αντιστοιχεί σε κάτι πραγματικό, εμπειρικό, υπόδειγμα ή στατιστικό μέσο όρο. Συνιστά ουτοπικό υπέρμετρο διανοητικό κατασκεύασμα απομόνωσης της συνεκτικής ουσίας των ιδιοτήτων των κοινωνικών φαινομένων. Ένα εργαλείο κατασκευής συγκριτικών υποθέσεων για την κατανόηση των όψεων και των αιτιατών σχέσεων της πραγματικότητας. Ανασυνθέτει το καθαρό νόημα της κοινωνικής δράσης, όχι ως γενίκευση αλλά ως κομβική ζεύξη μεταξύ καθολικού και ατομικού. Περιγράφει και διασαφηνίζει τα σημεία καμπής, το νόημα και τις ιδιαιτερότητες της ιστορικής ανέλιξης της κοινωνικής πραγματικότητας, ως έννοιας αδιάσπαστης από το πολιτισμικό στοιχείο. Η ασύνειδη ή συνειδητή αναζήτηση ενός τέτοιου εξιδανικευμένου μοντέλου είναι θεωρώ και ο λόγος που ώθησε τον μετανεωτερικό Παναγιωτίδη να σκύψει, να μελετήσει και να μας κοινωνήσει το έργο της νεωτερικής Μπίσοπ.


*Το κείμενο αναγνώστηκε στην εκδήλωση παρουσίασης της έκδοσης Ελίζαμπεθ Μπίσοπ, Ποιήματα, μτφρ.: Γιώργος Παναγιωτίδης, (.poema..) εκδόσεις, 2016, στο θέατρο της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης (Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου 2017)