ΛΕΞΗtanil
τ.2

Μίνα Δεμερούτη


Η βόλτα

Βρομάει, αυτή η πόλη οπωσδήποτε βρομάει, δεν ξέρεις βέβαια αν θα μπορούσε να μην αλλά πάλι δεν είσαι σίγουρος γι’ αυτή τη σκέψη. Ή αν όλοι εκτιμούν την όσφρηση ώστε να το αντιλαμβάνονται. Καυσαέριο, σαπίλα, τσίχλες κολλημένες στα δέντρα ή στα παγκάκια, σκατά από σκύλους πατημένα ή αχνιστά, ψέματα, σκουπίδια, πόρνες, κι αυτοί που πεθαίνουνε στις κούτες κοντά στο μετρό. Θα μπορούσε το κράτος να κάνει τίποτα ομαδικές κηδείες.

Θα μπορούσες να εξαιρέσεις βέβαια τις αυτοκτονίες ή κι αυτούς που δεν τους κλαίνε ξέρετε χήρες με πρησμένα μάτια, γόβα και τη μυρωδιά της αποσύνθεσης. Αυτούς θα μπορούσε το κράτος να τους κάψει και μετά να βάλει καμιά γλάστρα δίπλα. Η φωτιά δεν σ’ ενοχλεί ή η αίσθηση του καμένου. Κάτι σαν απολύμανση, σαν πλύση με χλωρίνη. Εντάξει, άμα μαραθεί το λουλούδι στη γλάστρα, ίσως ξεμπερδέψεις και με το πένθος. Όχι πως σε νοιάζει. Δεν έκαψες και κανέναν δικό σου. Η βρόμα όμως… Κυρίως οι ζωντανοί που αναπνέουνε σοβαρά το οξυγόνο και σαπίζουν παρ' όλα αυτά.

Θυμάσαι μετά αυτόν που πριν καμιά δεκαετία σου είχε πει ότι είναι φίλος, χωρίς κάποιο ιδιαίτερο λόγο. Λένε οι άνθρωποι πράγματα ασήμαντα. Κάπως τον λέγανε. Φύσαγε συνέχεια τη μύτη του, μ’ έναν θόρυβο σαν να ’σκαγε μπαλόνι. Θα τον θεωρούσες άσχημο. Είχε στραβή μύτη κι ήταν σπασαρχίδης. Έλεγε πολλά. Είχε παντρευτεί μια χοντρή και δεν έλεγε ν’ ανησυχήσει για τίποτα στη ζωή. Είχανε πεθάνει οι φίλοι του, κι άλλους αποκαλούσε έτσι, μα πεθάνανε σε κάποιο πόλεμο. Τον πάτησε ένα αμάξι. Κανείς δεν προσέχει σ’ αυτή τη πόλη. Αηδία. Πήγα στην κηδεία κι η χοντρή κλάμα, μύξες, βρόμα, λες και τον έφαγε και τώρα έκλαιγε για να χωνέψει.

Σαν σάπιο μήλο τα μούτρα της. Δεν έπρεπε να τη θυμηθείς. Σου φέρνει αναγούλα. Είχες πάει να την ασπαστείς, έτσι κάνουν οι άνθρωποι κάτι σαν συμπαράσταση. Ηλίθιοι. Ξέρεις, αυτή θα ξεκοκκινίσει αφού ακούμπησε τα βυζιά της πάνω σου, τεράστια βυζιά για συλλυπητήρια, και σε κάνα μήνα θ’ ανοίξει τα παχύσαρκα μπούτια της, μεγαλεπήβολα ζυμάρια για να υποδεχτεί τον επόμενο στραβομύτη που θα καταβροχθίσει. Να πάρεις το τρένο σκέφτεσαι, να πας σε κάνα παγκάκι στην εξοχή δίπλα στη θάλασσα. Να μπουκώσεις τα ρουθούνια σου με αλατόνερο. Κάνα βιβλίο μαζί σου ν’ απασχολήσεις το μυαλό σου. Όλη αυτή η νεκρολογία… Θα πας. Γιατί εδώ οι άσχημοι και γέροι σαν κι εσένα ζουν για πάντα.


Αεροσυνοδός

Πρωινό που ’χεις κλέψει
Στη βαλίτσα στα ρούχα
Σε κοιτάς που ’χεις ρέψει
Τα αεροπλάνα ακολούθα

Με βαλίτσες στα χέρια να σηκώνεις τη μοίρα
Να γυρίζεις τις χώρες - να ξυπνάς σ' άλλες ώρες
Να γυρεύεις να ζήσεις και τις άγκυρες βίρα
Να ντυθείς στρατιώτης, της ζωής παλικάρι
Να γυρεύεις να ζήσεις ξαναρίχνεις το ζάρι

Και ξυπνάς σ’ άλλες χώρες
Μα προτού να ξυπνήσεις
Σε κοιτάς ώρες ώρες

Πόσο θες να σ' αφήσεις
Να σ' αφήσεις να μείνεις
Στο κακό σου το χάλι
Το μπορείς, δεν τ' αφήνεις
Να ξεμείνεις ρεμάλι

Και περνάνε οι ώρες κι οι μέρες περνάνε
Σε χειμώνες γυρίζεις, καλοκαίρια γυρνάνε

Πως θα ρθουν κι άλλα χρόνια
Και ρωτάς πώς θα αντέξεις
Να γυρνάς σαν τα πιόνια
Ποια ζωή να διαλέξεις;

Μια Ελλάδα μαγκούρα
Ξεχασμένη στον πάτο
Σε χτυπά μια μανούρα
Κούπα κρασί, άσπρο πάτο

Θα μεθύσω γαμώτο
Τη στολή μου θα βρέξω
Κι η ζωή παίζει λόττο
Για τσιγάρο, βγες έξω

Άσπρο πάτο, μεθύσου
Όλο γνώσεις και άγχος
Στο ποτό σου αφήσου
Να σε στρώσει το πάθος

Οι αγάπες που πίσω
Μια ζωή πίσω μένουν
μα γι' αυτές θα μεθύσω
μια ζωή με τρελαίνουν

Ίδια ρούχα για μέρες
Φτάσαν μήνα τα ίδια
Όλο ποτάμια και ξέρες
Όλο φαγιά και σκουπίδια

Όλο μπράτσα γεμίζω
Στα ταξίδια σηκώνω
Όλο φωνάζω και βρίζω
Και μετά μου θυμώνω

Ήλιος βγήκε κρεμάσου, στον αέρα να νιώσεις
Πώς φυσά τ' άρωμά σου, την ψυχή σου να σώσεις
Πώς παλεύεις αλήτη, ταξιδιώτη ρεμάλι
Με στολή σαν το δύτη που αλλάζει κανάλι
Και στα κύματα σπρώχνει, μες τη μέση στα ψάρια
Με τα ρεύματα διώχνει τη ζωής του τα χάλια

Θαλασσί που σκουραίνει, βαθύ μπλε που σκορπάει
Κολυμπάς και σε σέρνεις στον αέρα που πάει
Όλο κύμα κι αφρίσου, στο λευκό πάρε ανάσα
Τα ωραία θυμήσου τα κακά κάνε πάσα


Ο Θάνος

Μιλάει μόνος του ο Θάνος…
Τα ρούχα πέταξε στην αμμουδιά
Γδύθηκε γρήγορα και βρήκε θάρρος
Κάποιος του μίλησε βραδάκι στα βαθιά

Καράβια πέρναγαν με φώτα στην πορεία
Κι αυτός κολύμπαγε ξωπίσω να μιλά
Γέλια ακούγονταν κουβέντες – φασαρία
Σε μια πανσέληνο και άδεια αμμουδιά

Και στην παρέα του ψυχή μονάχη
Γεμάτος έμοιαζε και πλήρης στη κουβέντα
Και το διασκέδαζε χωρίς τα άγχη
Που δεν κατάλαβε κανείς μας την πατέντα

Αν κάποιος έβλεπε πως μίλαγε μονάχος
Θα τον κορόιδευε τρελό γεμάτος λύπη
Μα ο Θάνος ήξερε να κρύψει μας το πάθος
Στη φαντασία του να ζει κι εκεί να λείπει

Ούτε μας κοίταξε και ντύθηκε να φύγει
Μιλιά δεν έβγαλε σαν να μιλάει μόνος
Είχε τη θάλασσα το μυστικό να κρύβει
Κανείς μην έχει για να πει κανένας πόνος

Είναι ο Θάνος ένα αλάνι στο κολύμπι
Και με τα ψάρια ξέρει απέξω να μιλά
Είναι γοργόνος καμιά γνώση δεν του λείπει
Όταν τα πλοία με τα φώτα ακολουθά