ΛΕΞΗtanil
τ.2

Χριστίνα Γραμματικοπούλου


Veles

Πάταγε γκάζι. Έβλεπε τον δείκτη ν’ ανεβαίνει στο καντράν. Μηχανικά άλλαζε ταχύτητες. Τόσα χρόνια το αυτοκίνητο είχε γίνει προέκταση του εαυτού της. Από τα δεκαοκτώ της οδηγούσε˙ με πάθος. Καλύτερα από κάθε άντρα. «Senna» τη φώναζαν.

Τώρα, στα πενήντα τρία της, κάθε βδομάδα η ίδια διαδρομή. Δευτέρα εξακόσια χιλιόμετρα πήγαινε˙ Παρασκευή εξακόσια χιλιόμετρα στο έλα. Οι απαιτήσεις της δουλειάς. Ανέβαινε το βουνό. Ο ήλιος πίσω της την τύφλωνε μες από τον καθρέφτη. Πλησίαζε στο σημείο όπου αλλάζει το κλίμα ‒ όπου από μεσογειακό γίνεται ηπειρωτικό. Την «κουρτίνα». Μια τελευταία κλεφτή ματιά στο ταμπλό. 90 χλμ, είδε. Έστριψε.

Χιονοθύελλα. Πυκνές νιφάδες χιονιού στο παρμπρίζ. Πάγος στο οδόστρωμα. Το όχημα να γλιστράει. Να της φεύγει˙ ένα κόκκινο Audi μπροστά της. Ξαφνικά. Τα έμπειρα μάτια της το διακρίνουν αμέσως.

ΨΥΧΡΑΙΜΙΑ…

Κάνει αριστερά. Γλιστράει. Ξεγλιστράει. Οι παλμοί της, στο ζενίθ. Το πράσινο Nissan τής χτυπάει την μπαριέρα. Πατάει φρένο. Ακατάπαυστα. Η καρδιά, στον λαιμό.

Πετάγεται απέναντι. Στην άλλη μπαριέρα. Κρότος. Θρύψαλα. Γρήγορες ανάσες. Ανοίγουν οι αερόσακοι˙ πλευρικό δεν έχει. Κι άλλο χτύπημα στην μπαριέρα. Το κεφάλι βρίσκει στον ιμάντα της ζώνης. Μία φορά. Δύο. Τρεις. Τέσσερις.

Το Nissan περιστρέφεται˙ γλιστράει ακόμh. Η νταλίκα στην άκρη του δρόμου αναχαιτίζει την πορεία. Στο τιμόνι: αιμόφυρτη, αναίσθητη.

«Senna», την έλεγαν. Tη μητέρα μου.



Η κυρία με το σκυλάκι

Οι τελευταίοι προσκεκλημένοι έφυγαν. Το σπίτι είχε επιτέλους αδειάσει. Έριξα την εσάρπα με τα κρόσσια στους ώμους. Κοιτάζοντας τις πτυχές του μαύρου φουστανιού και τα φίνα ιταλικά παπούτσια μου, ανέβηκα τις σκάλες. Μέσα από την τζαμαρία το βλέμμα μου πλανήθηκε στον κήπο. Στο κομμένο γκαζόν. Στο κιόσκι ανάμεσα στα δέντρα. Στο σκυλόσπιτο. Γύρω μου τα παλαιά πράγματα τακτοποιημένα. Στην εντέλεια.

Σιωπή. Κρύο.

Στο δωμάτιο με θέα το δάσος οι θήκες με το κάρβουνο, οι πίνακες, τα πινέλα ‒ όλα στη σειρά. Μύριζε λαδομπογιά και νέφτι. Ο τελευταίος καμβάς, ακόμη στημένος εκεί. Μια κομψή νεαρή γυναίκα μ’ ένα λαμπραντόρ αγκαλιά. Στη γωνία κάτω δεξιά τα αρχικά «Α.Σ.». Παραδίπλα ο τίτλος: «Μάνια και Αναΐς».

Το χτύπημα του κουδουνιού. Πάντα στην ώρα του, συλλογίστηκα. Πίεσα το κουμπί. Σε λίγο εμφανίστηκε στην πόρτα. Επίσημος. Στα μαύρα.

«Καλησπέρα, κυρία Μάνια», μου είπε.

Του έδωσα το χέρι μου.

«Περάστε, κύριε Χαρίση».

Καθίσαμε αντικριστά στους μπροκάρ καναπέδες. Από τον χαρτοφύλακά του έβγαλε έναν φάκελο. Τον ακούμπησε στο τραπέζι.

«Ξέρετε πως η μητέρα σας, εκτός από πελάτισσα, ήταν και φίλη μου…».

Του έγνεψα σαν να αφορούσε άλλον το ζήτημα.

«Μου είχε ζητήσει, μετά το ετήσιο μνημόσυνό της, να σας παραδώσω αυτό. Μέσα έχει ένα βιβλίο και μια διεύθυνση. Είχε πει να στείλετε εκεί τον τελευταίο της πίνακα».

«Σας ευχαριστώ», με άκουσα να λέω.

Κατόπιν έβαλα την Αναΐς στο σπίτι. Ήσυχη αποκοιμήθηκε στα γόνατά μου. Η ζέστη του κορμιού της μου χάριζε λίγη ζωή. Πήρα τον φάκελο στα χέρια. Έβγαλα το περιεχόμενο: Άντον Τσέχωφ, «Η κυρία με το σκυλάκι». «Στην Άννα με αγάπη. Δικός σου. Δημήτρης», διάβασα στην πρώτη σελίδα. Από κάτω είδα την ασπρόμαυρη φωτογραφία ενός άντρα. Που με κοίταγε χαμογελαστός. Με τα μάτια μου.