ΛΕΞΗtanil
τ.2

Κατερίνα Σβύνου


Σ' αγαπώ

Θα μπορούσες να μου πεις χίλιες δυο δικαιολογίες. Θα τις άκουγα με κατανόηση, ίσως τις πίστευα. Θα μπορούσες να με βρίσεις, να με συκοφαντήσεις, να πεις ό,τι κατεβάσει το μυαλό σου.

Θα τσατιζόμουν, αλλά θα το δεχόμουν. Ξέρεις πόσα κουσούρια μπορεί να έχει ένας άνθρωπος; Πολλά, πάρα πολλά. Ας μου ’λεγες κι εσύ λοιπόν ότι είμαι ένας βλαξ, ένας ηλίθιος, μπορεί κι άχρηστος. Ας μου ’λεγες ότι είμαι ένας αχρείος, ένας άξεστος, ένας απολίτιστος. Θα μπορούσες κάλλιστα να πεις ένα σωρό αναίσχυντα ψεύδη. Θα εξοργιζόμουν στ’ ορκίζομαι! Θα σ’ έβριζα φρικτά! Ή ας έθιγες τουλάχιστον τον αντρισμό μου. Αυτό θα ήταν αβάσταχτο πλήγμα για τον αντρικό εγωισμό μου τόσο, που μπορεί και να σε χτυπούσα, γιατί όχι; Θα είχα όλο το δίκιο με το μέρος μου άλλωστε. Ας έλεγες ότι σε παραμελούσα, ότι σε κακομεταχειριζόμουν, ότι τις έτρωγες τις φάπες σου! Ας έλεγες ότι σου κακομιλούσα, ότι σ’ έβριζα και ότι με το ζόρι σ’ ανάγκαζα να κάνουμε έρωτα. Εκεί θα ’χανα την ψυχραιμία μου για τα καλά.

Θα μπορούσες να πεις ότι σε κεράτωνα ασύστολα, ότι κάθε βράδυ γύρναγα μεθυσμένος λιώμα και σου ’κανα καβγά. Ας έλεγες ότι είμαι τσιγκούνης και σπάγκος! Ότι δεν σε πήγαινα πουθενά, ότι σ’ είχα κλεισμένη στο σπίτι, ότι δεν είχες ούτε ένα καλό φόρεμα να βάλεις. Και το χειρότερο; Ότι ήμουν χαρτοπαίκτης, τζογαδόρος που ό,τι έβγαζα το ’παιζα στα ζάρια και στ’ άλογα και στις πόκες. Κι άφηνα το ρεύμα απλήρωτο και σένα τον χειμώνα μόνη σαν το κούτσουρο να κάθεσαι δίπλα σε μια σόμπα ντυμένη με μπουφάν, μες στα σκοτάδια. Θα μ’ έφτανες εκτός εαυτού, δεν λέω, αλλά θα συμβιβαζόμουν στην ιδέα του ψεύδους και της αχαριστίας σου! Χίλια δυο πράγματα θα μπορούσες να πεις για το τομάρι μου.

 Ότι δεν σ’ εκτίμησα ποτέ, ότι σ’ εκμεταλλεύτηκα για να κάνω το δικό μου, ότι σου ’φαγα τα λεφτά και σε παράτησα ότι εσύ με «φτιάξες» εγώ από μόνος μου δεν άξιζα τίποτα. Ότι ήμουν ένα τίποτα όταν με γνώρισες κι ότι με τη δική σου περιουσία και φήμη έγινα ό,τι έγινα. Ας έλεγες ότι γύρναγα σε μπορντέλα και σε κωλάδικα ότι κυκλοφορούσα με πουτάνες ή ότι έπινα κόκες.  Θα μπορούσες να πεις ότι σε έκανα πάσα και σε κανέναν φίλο μου κι ότι σ’ εκβίαζα με το παιδί μας. Ας έλεγες ότι είμαι ένας ακαμάτης, ένας οκνός που ξυπνάει μεσημέρι, πίνει μπύρες, μπάφους κι ό,τι άλλο, και διαβάζει εφημερίδες, και βλέπει αθλητικά, και σ’ έχει να ξενοδουλεύεις και να σφουγγαρίζεις σκάλες  και να ξυπνάς χαράματα.

Ας έλεγες ότι έχω οιδιπόδειο, ότι είμαι ένας μαμάκιας, μπούλης και βουτυρόπαιδο, ότι δεν έχω πυγμή για άντρα, ότι είμαι ένας χαμένος, καμένος ή ένας δειλός, άτολμος που δεν έχει το θάρρος της γνώμης του. Ας έλεγες ότι είμαι ψυχοπαθής, ότι έχω πρόβλημα διαχείρισης θυμού ή καταθλιπτικός, αυτοκαταστροφικός, αλκοολικός και όλα τα συναφή σε «-ικός». Ας έλεγες έστω ότι είμαι σεξομανής, ότι τα ’χω ρίξει ακόμα και στη μάνα σου ή ότι μ’ έπιασες  καβάλα με τον πρώτο σου ξάδερφο ή με τον αδερφό σου! Σίγουρα θα είχες ενισχύσει μέσα μου την ιδέα να σου σπάσω τα μούτρα ή να σ’ εξευτελίσω! Ας έλεγες στην αστυνομία ότι είμαι τρομοκράτης, τζιχαντιστής, πληρωμένος δολοφόνος, βιαστής, ληστής κι απατεώνας. 

Θα μπορούσες να βρεις  ένα σωρό όμορφα ψέματα για να σε μισήσω, να με κάνεις να σε σιχαθώ, να βλαστημήσω την ώρα και τη στιγμή που βρέθηκες στον δρόμο μου! Να θελήσω να μην σε ξαναδώ ποτέ μπροστά μου και να συνέχιζα τη ζωή μου φυσιολογικά, όπως κάνουν όλοι οι άνθρωποι που χωρίζουν. Θα μπορούσες να μου πεις έναν σωρό δικαιολογίες, γιατί δεν με θέλεις πια, γιατί θέλεις να χωρίσουμε, έναν σωρό πράγματα που δεν μ’ αγαπάς πια…. Αλλά εσύ το παράκανες! Με ξεφτίλισες! Να με χωρίσεις επειδή μ’ αγαπάς;! Επειδή περνάς πολύ καλά μαζί μου; Επειδή είμαι πολύ καλός μαζί σου;! Έναν σωρό επιχειρήματα σού έφερα που θα μπορούσες να χρησιμοποιήσεις εναντίον μου, όχι όμως αυτό! Είχες πολύ μεγάλο θράσος να μου πεις ότι θες να χωρίσουμε επειδή σ’ αγαπώ. Επειδή είμαι πολύ καλό παιδί. Κι η αγάπη μου αυτή, λέει, σε «πνίγει». Είχες πολύ μεγάλο θράσος να μου πεις ότι φοβάσαι επειδή μ’ αγαπάς.  Γι’ αυτό κι εγώ σε σκότωσα. Όλα τα παραπάνω θα μπορούσα να τ’ αντέξω  εναντίον μου, την τόση αγάπη σου όμως ποτέ.