ΛΕΞΗtanil
τ.2

Ναυσικά Μακράκη


Τζιβαέρι

Κάποτε καταλαβαίνεις τι έχασες. Τη βλέπεις με κάποιον άλλον. Ζήλεια. Φιλιούνται, αγκαλιάζονται μπροστά σου. Ζήλεια. Το χέρι του χαμηλά στον κώλο της. Ζήλεια. Κάνεις πως δεν είδες, συνεχίζεις το τρέξιμο, με σφιγμένη καρδιά, με δηλητήριο στο αίμα. Ζήλεια.

Ώρα να φεύγεις από το Άλσος Αιγάλεω. Πριν σε δουν. Αρκετές θερμίδες έκαψες.  Σταματάς σ’ ένα σουβλατζίδικο στην Ιερά Οδό. Μια πίτα σουβλάκι. Απ’ όλα; Απ’ όλα. Με κρεμμύδι; Με κρεμμύδι. Δεν έχει Date απόψε.

Το χέρι του χαμηλά στον κώλο της. Ένα ξένο χέρι. Το ξένο χέρι σε ευγνωμονεί. Που την ανάγκασες να φύγει. Που σταμάτησες να απαντάς στα τηλεφωνήματά, ώσπου εκείνη κουράστηκε να περιμένει. Το ξένο χέρι βρίσκει ένα σωρό λόγους να μείνει κοντά της. Το χέρι το δικό σου όταν την άγγιζε ονειρευόταν πως χώνεται κάπου αλλού∙ στο μπούτι της Έλλης 35 από Πετράλωνα, της Κικής 24 από Κορυδαλλό, της Μπέτυ 45 από Γαλάτσι. Το χέρι το δικό σου περίμενε πότε εκείνη θα σου αδειάσει επιτέλους τη γωνιά, για να χαζέψεις τα προφίλ τους, να χωθεί στο παντελόνι σου ενώ εσύ «γδύνεις» τις φωτογραφίες τους. Τι  κρατά τώρα το δικό σου χέρι; Ένα σουβλάκι. Το καταβροχθίζεις για να παρηγορηθείς που οι παρουσίες σε παγώνουν και οι απουσίες σε ανάβουν.

Προχωράς ως το μετρό. Ένα ξεδοντιασμένο πρεζόνι απλώνει το χέρι, είναι η νύχτα των χεριών απόψε. Ένα ευρώ να πάρω τυρόπιτα, πεινάω, κύριε. Το προσπερνάς και κατεβαίνεις τις κυλιόμενες. Επόμενος συρμός σε οκτώ λεπτά. Στο παγκάκι δίπλα δυο κυρίες κουβεντιάζουν.  Προχθές του κάναμε τα σαράντα, λέει η μαυροφορεμένη. Η ψυχή του δικού μου έμεινε σπίτι έξι μήνες, στο σταυρό που σου κάνω. Έβαζα καφέ στο φλιτζάνι του και άδειαζε, δεν ξέρω πώς. Τα κόλλυβα εσύ τα έφτιαξες; λέει η ζωηρή. Δεν είχα κουράγιο. Τα παράγγειλε ο γιος μου απ’ το ίντερνετ, στον Πάπιο, λέει η μαυροφορεμένη. Ο χρόνος γιατρεύει, θα δεις. Εγγόνια έχεις; λέει η ζωηρή. Όχι. Δεν παντρεύεται ο γιος μου, καμιά δεν του κάνει, λέει η μαυροφορεμένη.

Βρρρρρουμ-ιιιιιιιι ι ι ι. Ο ήχος του τρένου σκεπάζει τα λόγια τους. Πρόλαβαν όμως να ανασύρουν απ’ την προσωρινή λήθη το παράπονο της μάνας.  Πότε θα παντρευτείς; Πότε θα μου κάνεις εγγονάκι;  Θα κάνω εγώ ποτέ παιδί, μάνα; Όχι βέβαια. Eγγόνι δικό σου θα κάνω. Να το νανουρίζεις με το Τζιβαέρι. Να του λες παραμύθια.

Μια φορά κι έναν καιρό δυο παππούδες ζούσαν σε μια χώρα που τη λέγανε Μικρασία∙ έναν παράδεισο γεμάτο σουβλάκια, ρεμπέτικα, απτάλικα και καρσιλαμάδες. Ώσπου κάποτε τους έδιωξαν από εκείνο τον παράδεισο και ήρθαν στην Ελλάδα, σε ένα μέρος που λέγεται Αιγάλεω, μαζί με άλλους πολλούς. Ευτυχώς πήραν τα σουβλάκια και τα ρεμπέτικα μαζί τους. Ο ένας παππούς λοιπόν έκανε έναν γιο που έγινε ναυτικός και ο άλλος έκανε μια κόρη που έγινε η καλύτερη μαμά του κόσμου. Η καλύτερη μαμά του κόσμου παντρεύτηκε τον ναυτικό και γέννησε  ένα μοναχοπαίδι που το αγαπούσε πολύ και το νανούριζε με το Τζιβαέρι. Αλλά εκείνο έκανε συνέχεια σκανταλιές, γι’ αυτό η καλύτερη μαμά του κόσμου αναγκαζόταν να του δίνει ξύλο. Το πιο πολύ ξύλο έπεφτε πάντα μια εβδομάδα μετά που μπάρκαρε ο μπαμπάς, το πιο λίγο όταν έμενε μαζί τους. Όταν ο μπαμπάς ήταν σπίτι πηγαίνανε βόλτες, λέγανε αστεία, περνούσαν υπέροχα. Όταν ο μπαμπάς μπάρκαρε, όλο σωπαίνανε, κλαίγανε και είχανε νεύρα. Όμως στο μοναχοπαίδι άρεσε πολύ που είχε τη μαμά όλη δικιά του. Κι ας έτρωγε ξύλο.

Τα χρόνια πέρασαν, ο μπαμπάς δεν μπαρκάρει πια, αλλά η μαμά όλο  με το μοναχοπαίδι ασχολείται, το παίρνει τηλέφωνο κάθε μέρα, του φτιάχνει σουπίτσες όταν αρρωσταίνει, δεν του δίνει πια ξύλο γιατί ψήλωσε, ωστόσο πάντα βρίσκει κάτι για να το μαλώνει και ποτέ δεν είναι ευχαριστημένη. Το καημένο το μοναχοπαίδι καμιά δεν μπορεί να ευχαριστήσει, ούτε την Έλλη 35 από  Πετράλωνα, ούτε την Κική 24 από  Κορυδαλλό ούτε την Μπέτυ 45 από Γαλάτσι. Για λίγον καιρό τις βγάζει βόλτες, λένε αστεία, περνούν υπέροχα κι ύστερα ο έρωτάς του μπαρκάρει και όλο σωπαίνουν, όλο έχουν νεύρα, όλο κλαίνε, μα εκείνες δεν είναι ποτέ όλες δικές του σαν τη μαμά, κάποτε φεύγουν, πέφτουν σε ξένα χέρια. Στο τέλος το μοναχοπαίδι μένει μόνο του να περιπλανιέται στο Αιγάλεω, να κρυφακούει τον κόσμο στο μετρό, να γυρίζει σε ένα άδειο σπίτι. Ως εδώ, λέει. Ξαπλώνει και σιγοσφυρίζει το Τζιβαέρι για να κοιμηθεί.  

 
nafsikamak@hotmail.com