ΛΕΞΗtanil
τ.2

Αχιλλέας Κυριακίδης: «Αν η λογοτεχνία δεν είναι παιχνίδι, την έχουμε όλοι πολύ άσχημα»


Κατερίνα Παπαδημητρίου

Το δημοσίευμα προέρχεται από το ιστότοπο Pancreta.gr (κυκλοφορία περασμένου Αυγούστου) και παρότι η συντάκτριαΓεωργία Καρβουνάκη βάζει τον πολυδιάστατο λογοτέχνη στο παιχνίδι με ποδοσφαιρικούς όρους, εκείνος ανταποκρίνεται με γνήσιους λογοτεχνικούς κανόνες παίζοντας μπάλα στο γήπεδό της με μεγάλη άνεση.

Το περιεχόμενο των συγκροτημένων απαντήσεων του κυρίου Κυριακίδη, απαντά νομίζω σε καίρια ερωτήματα, τόσο για το σφαιρικό γίγνεσθαι της λογοτεχνικότητας όσο και σε ερωτήματα που αφορούν το πολυδιάστατο έργο του. Δίνει με άνεση απαντήσεις που πιστεύω θα έλυναν αρκετές απορίες για το πού πάει η λογοτεχνία στην Ελλάδα, τόσο στον χώρο της μετάφρασης όσο και για τη σύνδεσή της με τη σημερινή πραγματικότητα.

Ποιος είναι όμως ο Αχιλλέας Κυριακίδης; Άγνωστος και γνωστός, συγχρόνως. Ζει στο παρασκήνιο, πίσω από τις μεγάλες σκιές των συγγραφέων που μεταφράζει με επιτυχία. Παράλληλα, τολμά να βγει και στο προσκήνιο με την προσωπική δουλειά του και δικαιώνεται. Συγγραφέας και δοκιμιογράφος, με 14 προσωπικούς τίτλους και πολύ περισσότερες συμμετοχές σε συλλογικά έργα.

Χτυπά και φεύγει με τις λέξεις του, που διαδέχονται ακαριαία η μια την άλλη και τινάζουν την ιστορία παρακάτω. Το 2004 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος για τη συλλογή διηγημάτων Τεχνητές αναπνοές. Το διήγημα, άλλωστε, είναι το είδος που τον εκφράζει περισσότερο.

Μεταφραστής σημαντικών λογοτεχνών από τα αγγλικά και τα γαλλικά και, κυρίως, των ισπανόφωνων, με ιδιαίτερη σχέση με τον Χόρχε Λουίς Μπόρχες (για τη μετάφραση των έργων του οποίου τιμήθηκε το 2007 με το Κρατικό Βραβείο Μετάφρασης).

Αγαπημένοι δημιουργοί όπως ο Μπορίς Βιαν, ο Ρεϋμόν Κενώ, ο Ζωρζ Περέκ, ο Λούις Σεπούλβεδα, ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ, ο Φίλιπ Ροθ, ο Ρολάν Τοπόρ, βρήκαν τον «δημιουργικό τους αναγνώστη» στο πρόσωπο του Αχιλλέα Κυριακίδη. Για τις μεταφράσεις του έχει τιμηθεί με το Διεθνές Βραβείο Καβάφη Μετάφρασης, στο πλαίσιο των Καβαφείων 2007, ενώ το 2009 τιμήθηκε με το Βραβείο Λογοτεχνικής Μετάφρασης Γαλλόφωνης Λογοτεχνίας του ΕΚΕΜΕΛ, για τη μετάφραση του μυθιστορήματος Στο καφέ της χαμένης νιότης, του Πατρίκ Μοντιανό. Πιο πρόσφατο, 2016, είναι το Βραβείο Μετάφρασης Ισπανόφωνης Λογοτεχνίας, για τη μετάφραση του βιβλίου Ο ήχος των πραγμάτων όταν πέφτουν, του Κολομβιανού Χουάν Γκαμπριέλ Βάσκες (Ίκαρος 2014). Την επιτυχία του στον τομέα αυτό οφείλει, κατά τον ίδιο, όχι τόσο στην καλή γνώση των ξένων γλωσσών όσο στο ότι κατέχει άριστα την ελληνική και είναι φανατικός οπαδός της (ξανά).

Γράφει σενάρια και σκηνοθετεί ταινίες μικρού μήκους, είναι έγκυρος κριτικός λογοτεχνίας και κινηματογράφου, ακόμη και ηθοποιός.

Αλλά ας ακούσουμε τον ίδιο να απαντά σε καίρια ερωτήματα που αφορούν την ίδια τη λογοτεχνία και την παραγωγή ή αναπαραγωγή της.

Στην ερώτηση για τη μετάφραση, από τον ίδιο, του βιβλίου του Κενώ Ασκήσεις ύφους,  σχετικά με το με πόσους τρόπους μπορεί να ειπωθεί το ίδιο πράγμα, τελικά, απαντά: «Ο αριθμός αυτών των τρόπων δεν είναι πεπερασμένος. Ή, αν θέλετε, είναι εξίσου πεπερασμένος με τον αριθμό των τρόπων να συνδυάσεις τις επτά νότες, με τις διέσεις και τις υφέσεις τους, για να παραγάγεις (διαφορετική κάθε φορά) μουσική. Από την άλλη, αυτό που εσείς χαρακτηρίζετε «ίδιο πράγμα», είναι μια έννοια που έχει δεχτεί (και εξακολουθεί να δέχεται) επιθέσεις, αφού ό,τι έχει ειπωθεί, ανεξάρτητα από τον τρόπο με τον οποίο έχει ειπωθεί, διαβάζεται διαφορετικά από κάθε αναγνώστη».

Κι αυτό είναι αλήθεια. Καθώς δεν είναι μόνο το περιεχόμενο που διαφοροποιεί ένα κείμενο από κάποιο άλλο αλλά και το ύφος. Έτσι ακόμα κι αν είχαμε το ίδιο «στόρυ», σε άπειρες διαφορετικές εκδόσεις, καμία δεν ήταν η ίδια με την άλλη. Αφού θα ήταν ειπωμένες, με άλλη ιδιόλεκτο, με διαφορετικό ύφος, αλλά και  με τη διαφορετική ματιά του κάθε συγγραφέα. Αλλά ακόμα κι αν ό ίδιος ο συγγραφέας επιχειρούσε να αναπαράξει το ίδιο κείμενο με διαφορετικά ύφη, η ματιά θα άλλαζε. Η οπτική γωνία οξύνεται ή αμβλύνεται κατά το δοκούν και το ταλέντο του αναδεικνύεται ή όχι, αφήνοντάς του εκείνη τη γλυκόπικρη γεύση της «παντοδυναμίας» του δημιουργού, που σαν περίτεχνος γλύπτης σμιλεύει τους ήρωές του ανάλογα με τους στόχους του. Σε τελική ανάλυση, θα προσέθετα, και την άποψη του Τρούμαν Καπότε, ο οποίος ισχυρίζεται: «Ἡ συγγραφή ἔχει νόμους τῆς προοπτικῆς, τῆς φωτοσκίασης, ὅπως ἀκριβῶς ἔχει ἡ ζωγραφική ἤ ἡ μουσική. Ἄν γεννηθεῖς γνωρίζοντάς τους, ἔχει καλῶς. Ἄν ὄχι, μάθε τους. Ὕστερα, τροποποίησε τούς κανόνες κατά πῶς σέ βολεύει». Και συνεχίζει: «Τό ὕφος σου εἶναι τό ἐγώ σου. Σέ τελική ἀνάλυση, ἡ προσωπικότητα τοῦ συγγραφέα ἔχει πολύ μεγάλη σχέση μέ τή δουλειά του. Ἡ προσωπικότητα πρέπει νά εἶναι ἀνθρώπινα παροῦσα. Ἡ ἰδιαίτερη ἀνθρωπιά τοῦ συγγραφέα, οἱ λέξεις ἤ καί οἱ χειρονομίες του πρός τόν κόσμο, πρέπει νά παρουσιάζονται σχεδόν σάν ἕνας χαρακτήρας πού ἔρχεται σέ ἐπαφή μέ τόν ἀναγνώστη».

Πώς ορίζεται όμως ο όρος δημιουργία; Και κατ’ επέκταση, Δημιουργική γραφή; Είναι η μετάφραση δημιουργία; Την απάντηση την δίνει ο ίδιος ο Αχιλλέας Κυριακίδης στην ερώτηση «Ο τρόπος του μεταφραστή είναι ένας ακόμα;». «Φυσικά», απαντά, «αφού (συνέχεια εκ του προηγουμένου) ο μεταφραστής δεν είναι παρά (ο ορισμός δικός μου) ένας «δημιουργικός αναγνώστης», απαντά εύστοχα και πολύ σωστά, αφού η μετάφραση δεν μπορεί παρά να είναι μια δημιουργική ανάγνωση.

Θα χρησιμοποιήσω το ίδιο επίρρημα: Φυσικά... Φυσικά, ο μεταφραστής δεν είναι παρά ένας δημιουργικός αναγνώστης, καθώς καλείται να χρησιμοποιήσει τον γλωσσικό πλούτο της δικής γλώσσας, τον οποίο, φυσικά, και πρέπει να διαθέτει, ώστε να αποδώσει κατά τέτοιον τρόπο το νόημα του πρωτοτύπου, ώστε να μεταδίδεται με τη μεγαλύτερη δυνατή φυσικότητα στον αναγνώστη, ο οποίος με τη σειρά του να ταυτιστεί με τα σημαινόμενα και τα σημαίνοντα. Ένα σπουδαίο παράδειγμα αποτελεί ο Βασίλης Δασκαλάκης. Υπήρξε ο πρώτος μεταφραστής έργων του Κνουτ Χάμσουν στην Ελλάδα. Δεν ήξερε καν νορβηγικά. Χρόνια δύσκολα. Πείνα και για τον ίδιο. Χρησιμοποιώντας λεξικά ψηλαφούσε λέξη λέξη μια γλώσσα με εντελώς διαφορετικό πολιτιστικό και πολιτισμικό κώδικα. Μια γλώσσα την οποία κατάφερε να αποδώσει μετατρέποντας ακόμα και ιδιόλεκτους, ακόμα και ιδιωματισμούς, ερχόμενος τόσο κοντά στον αναγνώστη, ώστε να του μεταφέρει την αγωνία του θανάτου από τη στέρηση. Έναν θάνατο που δυστυχώς ούτε ο ίδιος ο Δασκαλάκης απέφυγε τον χειμώνα του 1944, από την πείνα και τις συνεχείς στερήσεις. Αν αυτό λοιπόν δεν είναι δημιουργική ανάγνωση, τότε τι είναι;

Θα παραθέσω αυτούσιο το ερώτημα της Γ. Καρβουνάκη, σχετικά με την κριτική ματιά λογοτεχνών. Ενώ παρακάτω ο Αχ. Κυριακίδης απαντά γενικά ως προς την κριτική στόχευση και πως αυτή διαμορφώνει τη κοινή γνώμη, τους οπαδούς ή μη αλλά και αν εκθρονίζει αξίες: Το «αξιολογικό “υποδεκάμετρο”» των επαϊόντων, τύπου Ώντεν αλλά και πιο σύγχρονων, πόσο έχει καταδικάσει κάποιους λογοτέχνες ενώ, αντίθετα, έχει αναδείξει κάποιους άλλους που είναι «σκατά»; Έχουν καταγραφεί «σημεία και τέρατα» σε διάφορες αξιολογήσεις, αλλά αυτό έχει συμβεί σε όλες τις τέχνες. Όσο για την αμφίβολη δημοκρατικότητα αυτών των διαφόρων «Κανόνων» που, όπως λέτε, καταξιώνουν ή καταβαραθρώνουν, έχω να πω ότι προτιμώ χίλιες φορές την «ενός ανδρός αρχή», που φέρει και την ευθύνη της ενυπόγραφης ετυμηγορίας, παρά κάτι λίστες-εξαμβλώματα λαϊκών σφυγμομετρήσεων.

Σε ερώτημα για το ποιος είναι, τελικά, εκείνος που πρέπει να αξιολογεί, να αναδεικνύει ή να καταδικάζει στην αιώνια λήθη κάποιους, απαντά: «Ο χρόνος. Η αντοχή του έργου στο χρόνο». Και πράγματι. Ο σαφέστερος κριτής είναι μόνον ο χρόνος. Γιατί εκείνος, σμιλεύει, σταχυολογεί και αναδεικνύει ό,τι άντεξε, σε βάρος των «επαϊόντων»… Μήπως ο Καβάφης δεν λοιδορήθηκε, απορρίφθηκε, υποβιβάσθηκε για να αναδειχθεί σ' έναν από του ευφυέστερους δημιουργούς όλων των εποχών; Και συμπληρώνει τη σκέψη του ο ίδιος ο Αχ. Κυριακίδης στο ερώτημα «Το κριτήριο του κοινού πόσο έχει να κάνει με το υποδεκάμετρο αυτό». Απαντά ως εξής: «Η απάντησή μου στην προ-προηγούμενη ερώτηση δεν μπορεί παρά να επιβεβαιώσει τις υποψίες σας για το ποια μπορεί να είναι η απάντησή μου σ’ αυτήν εδώ: Δεν εμπιστεύομαι καθόλου το κριτήριο ενός κοινού που ενθρονίζει συγγραφείς (;) όπως τον Πάουλο Κοέλιο, ενώ άλλους, όπως τον Χουάν Ρούλφο, π.χ., δεν τους δέχεται ούτε για μια στιγμιαία ακρόαση».

Εγώ εδώ, επίσης, επέμενα στην άποψη του Τρούμαν Καπότε: «Πρίν τήν ἔκδοση, καί ἄν τήν κριτική τήν κάνουν ἄτομα πού ἐμπιστεύεσαι τήν κρίση τους, ναί, φυσικά, βοηθάει. Ἀλλά, ἀφοῦ ἔχει ἐκδοθεῖ κάτι, τό μόνο πού θέλω νά διαβάσω ἤ νά ἀκούσω εἶναι ὁ ἔπαινος. Πάνω ἀπ' ὅλα, πιστεύω στό νά γίνεις σκληρόπετσος ἀπέναντι στίς γνῶμες. (...) Ποτέ μή ρίξετε τήν ἀξία σας ἀπαντώντας σέ κάποιον κριτικό, ποτέ».

«Στο ερώτημα αν οι κριτικοί λογοτεχνίας βοηθούν τον μέσο αναγνώστη στην επιλογή βιβλίων», λέει χαρακτηριστικά: «Φοβάμαι ότι αυτός ο αναγνώστης που έχετε στον νου σας και τον χαρακτηρίζετε «μέσο», δεν διαβάζει… κριτικές λογοτεχνίας! Φοβάμαι, δηλαδή, ότι (στην Ελλάδα, τουλάχιστον) αυτό το κύκλωμα «συγγραφέας-κριτικός-αναγνώστης» είναι κλειστό σαν αβγό, αλλά το αβγό είναι ξύλινο».

Είναι αλήθεια πως οι απόψεις των εκάστοτε κριτικών λογοτεχνίας αναντίρρητα επηρεάζουν την άποψη του αναγνώστη και τον ωθούν ανάλογα, σε μαζικότητα που δεν είναι και κατ’ ανάγκην δόκιμη. Ωστόσο, η άποψη του κριτικού παραμένει υποκειμενική, παρ' όλη την αναγνωστική του επάρκεια και τις γνώσεις τις οποίες μπορεί να διαθέτει. Όσο περισσότερο, βέβαια,  ενημερωμένος και «διαβασμένος» είναι ένας κριτικός, κλίνει προς το αντικειμενικότερον. Ωστόσο, δεν παύει να είναι ένας άνθρωπος με συμπάθειες, αντιπάθειες, προτιμήσεις και ενδιαφέροντα και προσωπικά βιώματα που τον χαρακτηρίζουν ως προσωπικότητα.  

Σε ερώτημα σε σχέση με τις πανανθρώπινες αξίες που πραγματεύεται η λογοτεχνία από αρχαιοτάτων χρόνων έως και σήμερα, και αν αυτό συνεχίζεται στις μέρες μας, απαντά: «Τίποτα δεν έχει αλλάξει – ούτε θ’ αλλάξει ποτέ. Κατά τον Μπόρχες, τέσσερις είναι οι ιστορίες: η πρώτη μιλά για την πολιορκία μιας οχυρωμένης πολιτείας, η δεύτερη για μια επιστροφή, η τρίτη για μιαν αναζήτηση και η τελευταία για τη θυσία ενός θεού. «Τέσσερις είναι οι ιστορίες» καταλήγει ο Μπόρχες. «Στο χρόνο που μας μένει, θα συνεχίσουμε να τις αφηγούμαστε, μεταμορφωμένες».

Εδώ κατά τη γνώμη μου απαντά στο ερώτημα που τίθεται από πολλούς, εάν η δημιουργική γραφή αντιγράφει. Απαντά επίσης, στην άποψη ότι αναπαράγει πεπαλαιωμένες αντιλήψεις. Μήπως όμως κι ο κάθε αρχιτέκτονας πριν θέσει τις βάσεις για τη δική του τεχνική δεν μελέτησε τον Παρθενώνα; Ο Σίλερ δεν τον μιμήθηκε για να δώσει τα αριστουργήματα του νεοκλασικισμού; Κάπως έτσι τίθενται οι βάσεις για εκείνον που έχει ταλέντο, δίνοντάς του περισσότερο χρόνο για πειραματισμούς αφού έχει θέσει τις βάσεις μιμούμενος, ίσως, τεχνικές προγενέστερων ή ακόμα και σύγχρονών του που έχουν αντέξει στον χρόνο αλλά και έχουν τύχει σπουδαίας διάκρισης. Και αυτό ισχυρίζεται ο Αχ. Κυριακίδης βασιζόμενος στην προϋπόθεση του ταλέντου. Βεβαίως, αναφέρει και την πιθανότητα του δημιουργικού αναγνώστη. Άλλωστε το τονίζει σε προηγούμενη απάντησή του τόσο για την τέχνη της μετάφρασης όσο και για την κριτική της λογοτεχνίας. Οι δημιουργικοί αναγνώστες είναι απαραίτητοι. Έτσι λοιπόν στο ερώτημα για το αν «η λογοτεχνική συγγραφή διδάσκεται», απαντά: «Ασφαλώς – όπως όλα τα πράγματα. Βέβαια, ο βαθμός της αποφοίτησης εξαρτάται κατά μέγιστο ποσοστό από το αν ο διδασκόμενος διαθέτει αφομοιωτικότητα, έχει διαγωγή κοσμία και δεν κάνει απουσίες απ’ τα μαθήματα – μ’ άλλα λόγια, διαβάζει όσο πιο πολλά λογοτεχνήματα μπορεί απ’ αυτά που πρέπει να διαβάσει».

Και…«Εκπαιδευμένος συγγραφέας ή εκπαιδευμένος αναγνώστης;». Η απάντησή του: «Δεν είναι αντίθετα. Απλώς, το δεύτερο, όπως γράφω και πιο πάνω, είναι προϋπόθεση του πρώτου».

Ναι. Αυτή η παρακάτω άποψη είναι που με κέντρισε. Ήταν η αιτία γι’ αυτήν την εξ’ αφορμής άτυπη συνέντευξη. Καθώς κι ο Ρίλκε στο «Γράμμα σε έναν νέο ποιητή», αναφέρει μεταξύ άλλων ετούτη την εσωτερική ανάγκη. «Πρέπει να θέλει να γράφει λέει ο ποιητής… Να νιώθει την ανάγκη να γράφει». Και ιδού πόσο εύστοχα τον συμπληρώνει ο Αχ. Κυριακίδης στην ερώτηση «γιατί γράφετε;»… Απαντά: «Κακά τα ψέματα. Γράφουμε για να μην τρελαθούμε».

Σχετικά με την παλαιότερη δήλωσή του, ότι ασπάζεται  πλήρως την άποψη του Ρόμπερτ Λούις Στίβενσον την οποία παραθέτει τόσο συχνά ο αγαπημένος του Μπόρχες: «Η λογοτεχνία είναι ένα παιχνίδι, αρκεί να το παίζουμε με τη σοβαρότητα που παίζουν τα παιδιά τα παιχνίδια τους», απαντά στο ερώτημα αν «κάτι τέτοιο αφήνει τα περιθώρια σε όλους να είναι δυνάμει συγγραφείς με την έννοια που και ο Γιόζεφ Μπόις πίστευε πως είμαστε όλοι καλλιτέχνες»: «Κατ’ αρχάς, είμαστε όλοι δυνάμει συγγραφείς, όπως είμαστε και δυνάμει ποδοσφαιριστές ή πυροσβέστες. Όσο για το ερώτημά σας, επιτρέψτε μου ν’ απαντήσω μ’ έναν παλαιότερο αφορισμό μου»: «Αν η λογοτεχνία δεν είναι παιχνίδι, την έχουμε όλοι πολύ άσχημα».


ΠΗΓΗ: www.pancreta.gr, με αφορμή τη συνέντευξη που δόθηκε από τον ίδιο στην Γεωργία Καρβουνάκη (26/8/2016)