ΛΕΞΗtanil
τ.1

Νίκος Φωτόπουλος: «Μια ικανή αλλ' όχι αναγκαία συνθήκη στη λογοτεχνία...»


Λεξητανίλ


Ο Νίκος Φωτόπουλος γεννήθηκε στην Αμαλιάδα το 1970. Είναι Επίκουρος Καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας. Εμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα τη δεκαετία του 1990 και η ποίησή του έχει δημοσιευθεί σε περιοδικά, έχει ανθολογηθεί σε συλλογικούς τόμους, έχει παρουσιαστεί στο ραδιόφωνο και έχει αποδοθεί σε φιλμ μικρού μήκους. Το συγγραφικό και διδακτικό του έργο καθώς και τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα αφορούν την Κοινωνιολογία του Πολιτισμού, την Κριτική Πολιτισμική Θεωρία, την Κοινωνιολογία της Εκπαίδευσης, τη Δια βίου Μάθηση και την Εκπαίδευση Ενηλίκων. Κείμενά του έχουν συμπεριληφθεί σε συλλογικούς τόμους και πρακτικά συνεδρίων στην Ελλάδα και το εξωτερικό, ενώ αρθρογραφεί τακτικά σε επιστημονικές επιθεωρήσεις, εφημερίδες, περιοδικά και επιλεγμένους ιστοχώρους.


Με ποια ιδιότητα θα προτιμούσατε να μας συστηθείτε; Αυτή του ποιητή ή του κοινωνιολόγου και πανεπιστημιακού;

Για να είμαι ειλικρινής, οι δύο αυτές ιδιότητες δεν είναι πάντα αυτονόητες. Τι εννοώ με αυτό; Εννοώ πως απαιτείται καθημερινά να τις υπερασπίζεσαι είτε είσαι στο αμφιθέατρο, είτε δημοσιεύεις ένα ποιητικό κείμενο, είτε μιλάς δημόσια σε μία εκδήλωση, είτε είσαι με φίλους και γνωστούς σε μια παρέα όπου μοιράζεσαι σκέψεις και συναισθήματα, ιδέες και προβληματισμούς. Υπό την έννοια αυτή οι ιδιότητες αυτές στη δική μου θεώρηση δεν είναι δεδομένες. Απαιτείται να τις τιμώ καθημερινά, να τις καλλιεργώ και να τις υπηρετώ με τρόπο που οι άλλοι να μου αποδίδουν την τιμή τόσο του ποιητή όσο και του δασκάλου της ακαδημαϊκής Κοινωνιολογίας. Προτιμώ λοιπόν να μην χρησιμοποιώ καμία ιδιότητα ως αυτονόητη αλλά να υπηρετώ και τις δύο με συνέπεια, αφοσίωση, εργατικότητα και κυρίως δημιουργικότητα σε μία ολιστική διάσταση.


Από τη μέχρι σήμερα εμπειρία σας στη διδασκαλία του Μεταπτυχιακού Προγράμματος «Δημιουργική Γραφή», ποια η συνολική εικόνα που έχετε διαμορφώσει; Υπάρχει κάτι που θα θέλατε ν' αναφέρετε;

Κατ' αρχάς, είναι μεγάλη τύχη για το πανεπιστήμιο μάς αλλά και για τη Φλώρινα να λειτουργεί ένα τέτοιο μεταπτυχιακό όλα αυτά τα χρόνια. Είναι σαφές πως δεν πρέπει να ξεχνάμε την έμπνευση και τη δουλειά του αείμνηστου ποιητή και πανεπιστημιακού Μίμη Σουλιώτη, ο οποίος ξεκίνησε ένα εγχείρημα, που δυστυχώς δεν πρόλαβε να χαρεί όπως του άξιζε. Να πω μόνο πως είχα την τύχη να γνωρίσω τον Μίμη Σουλιώτη με την ιδιότητα του ποιητή, πολύ πριν τα φέρει έτσι η ζωή ώστε να γίνουμε αργότερα συνάδελφοι στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας. Δυστυχώς αυτό δεν κράτησε πολύ αφού η ζωή έχει τη δική της νομοτέλεια, αγνοώντας απερίφραστα τα όσα σχεδιάζουμε ή ονειρευόμαστε ως θνητά  υποκείμενα... Από εκεί και πέρα η δουλειά που συντελείται όλα αυτά χρόνια είναι ιδιαίτερα σοβαρή και πρωτοποριακή, γεγονός που πιστώνεται στον άξιο συνεχιστή του εγχειρήματος, προσωπικό φίλο και συνάδελφό μου, Τριαντάφυλλο Κωτόπουλο. Αυτό αποδεικνύεται άλλωστε από το επίπεδο των φοιτητών οι οποίοι έρχονται στη Φλώρινα για να παρακολουθήσουν το εν λόγω μεταπτυχιακό αλλά και από τους δασκάλους, τους εισηγητές, τους συνεργάτες και τους ανθρώπους του «εφαρμοσμένου πολιτισμού» όπως συνηθίζω να λέω, οι οποίοι συμμετέχουν στο εγχείρημα για να μοιραστούν τις εμπειρίες τους και να δείξουν το δικό τους τρόπο απέναντι στη γραφή και τις δημιουργικές της εκφάνσεις. Αυτό όμως που για μένα είναι ιδιαίτερα σημαντικό και το διαπίστωσα και στο πρόσφατο συνέδριο που διοργάνωσε το Τμήμα μας στην Κέρκυρα, είναι πως έχει δημιουργηθεί σε πανελλαδική κλίμακα μια ευρύτερη κοινότητα ανθρώπων που ασχολούνται με τη δημιουργική γραφή, οι οποίοι έχουν ως επίκεντρο τη Φλώρινα και το εν λόγω μεταπτυχιακό. Αυτό το αναφέρω γιατί είναι σημαντικό σήμερα να διαμορφώνεις έλλογες κοινότητες και «συλλογικότητες» οι οποίες αντιστέκονται στην ισοπέδωση της μαζικής κουλτούρας και της αποπροσωποίησης.

Τελικά, διδάσκεται η γραφή ή είναι ζήτημα ταλέντου;

Κατά την ταπεινή μου γνώμη, η διασκαλία της δημιουργικής γραφής αποτελεί μια ικανή αλλ' όχι αναγκαία συνθήκη για να φτάσει κάποιος συγγραφικά στη λογοτεχνία, στην ποίηση, στο σενάριο, ή οπουδήποτε αλλού επιθυμεί. Είναι προφανές πως υπάρχουν πολλοί δρόμοι προς τη δημιουργική γραφή. Η παρακολούθηση ενός σεμιναρίου, ή ενός μεταπτυχιακού προγράμματος αναμφιβόλως μπορεί να συμβάλει στη συστηματοποίηση των εργαλείων της γραφής, στην εμβάθυνση, στην ανταλλαγή εμπειριών και βιωμάτων με ομότεχνους, στη διαμόρφωση μιας ενεργούς συνείδησης γύρω από το γράψιμο και τον χώρο που το περιβάλλει. Ωστόσο υπάρχουν αμέτρητοι άνθρωποι οι οποίοι τα κατάφέρνουν μόνοι τους, είτε μέσω της αυτομόρφωσης και της προσωπικής άσκησης, είτε μέσω της παραδοσιακής εμπειρικής δουλειάς που λαμβάνει χώρα σε κοινότητες καλλιτεχνών και δημιουργών. Εναπόκειται στον καθέναν να βρει το μονοπάτι που ταιριάζει περισσότερο στον δικό του βιόκοσμο και να το ακολουθήσει με τέχνη και πάθος. Το κριτήριο για μένα είναι να σταθμίζει κάποιος και ν' απαιτεί ορισμένα βασικά προαπαιτούμενα τα οποία είναι αναγκαίο να πληρούνται στις οργανωμένες εκπαιδευτικές δραστηριότητες δημιουργικής γραφής. Δηλαδή, να πληρούνται στοιχεία όπως η επιστημονική και γνωσιολογική συγκρότηση των διδασκόντων, η διακριτή συμβολή τους στο πεδίο, η γενικότερη συγκρότησή τους ως ανθρώπων των τεχνών και των γραμμάτων, η ικανότητά τους να μεταδίδουν αυτό που κατέχουν ως γνώση και ως εμπειρία. Αλλιώς θα οδηγηθούμε σε μια ευτελή και «εργαλειακή» αντίληψη για τη μάθηση, γεγονός που με προβληματίζει γενικότερα.


Τι εννοείτε με τον όρο «εργαλειακή» αντίληψη;

Η συζήτηση είναι μεγάλη... Δεν μπορώ να την εξαντλήσω στο πλαίσιο μιας τέτοιας συνέντευξης. Ωστόσο, με προβληματίζει πως η γνώση ως μαθησιακό αποτέλεσμα το οποίο κατακτιέται μέσω μιας εκπαιδευτικής διαδικασίας, δεν οδηγεί στην απελευθέρωση και την ανάταση του υποκειμένου. Τι εννοώ με αυτό; Η κυρίαρχη ιδεολογία προωθεί ένα μοντέλο μάθησης το οποίο βασίζεται στον στυγνό ωφελιμισμό, στη χρησιμοθηρία, στην πνευματικά αφυδατωμένη επιδίωξη ενός τυπικού προσόντος με αποτέλεσμα την υπαγωγή της γνώσης στην υπηρεσία ενός «φετιχοποιημένου» σκοπού ο οποίος λέγεται «αγορά εργασίας», «διορισμός στο Δημόσιο», «μεγιστοποίηση του κέρδους», «απόκτηση παιδαγωγικής επάρκειας» κ.ο.κ. Με ανησυχεί βασανιστικά αυτό που καθιστά τη μάθηση μια εργαλειακή διαδικασία, αυτό που την αποξενώνει από τον μετασχηματιστικό, αναμορφωτικό και απελευθερωτικό της χαρακτήρα. Είναι προφανές πως η μαθησιακή διαδικασία οφείλει να οδηγεί και σε στέρεα επαγγελματικά προσόντα και δικαιώματα, αλλά είναι εξίσου αναγκαίο να μην χάνει τον κριτικό, απελευθερωτικό και αναμορφωτικό της  ρόλο εν ονόματι της επιβολής ενός αλλότριου σκοπού ο οποίος την απομακρύνει από τη βασική της αποστολή: την ολοκλήρωση του ανθρώπου ως κοινωνικού υποκειμένου και την προετοιμασία του για διεκδίκηση του ονείρου του σε μια κοινωνία που σέβεται τη δημοκρατία, την ισοτιμία, τη δικαιοσύνη, την ετερότητα, την αξία της υποκεμενικότητας μέσα στο καθολικό Είναι και γίγνεσθαι. Αναμφίβολα στην εποχή της παγκοσμιοποίησης τα εκπαιδευτικά συστήματα πιέζονται αφόρητα προς μια κατεύθυνση προσαρμογής των πάντων στις ανάγκες της αγοράς αδιαφορώντας για ποιότητες πάνω στις οποίες βασίζεται η ουσία και η ισορροπία της ανθρώπινης κατάστασης. Αυτό που θεωρώ πως απαιτείται είναι η αναζήτηση μιας «νέας ισορροπίας», η οποία κατά τη γνώμη μου θα επέλθει μέσω μιας διαλεκτικής σύγκρουσης με όλες εκείνες τις δυνάμεις που αναπαράγουν το συνεχές της χειραγώγησης, του συντηρητισμού, της τυποποίησης και της αλλοτρίωσης. Το Πανεπιστήμιο, ως δημιουργικός χώρος οφείλει να αναζητά διαρκώς αυτή τη «νέα ισορροπία» και να προωθεί νέες απαντήσεις και οπτικές σε διαρκώς επαναλαμβανόμενα προβλήματα.


Η δημιουργική γραφή μπορεί να συμβάλει στην αναζήτηση αυτής της «νέας ισορροπίας»;

Η δημιουργική γραφή, σε συνδυασμό και με άλλα εργαλεία, θεωρώ πώς αποτελεί ένα προνομιακό πεδίο για τέτοιου είδους αναζητήσεις. Αυτό φαίνεται άλλωστε και από τους ανθρώπους που πλησιάζουν το εγχείρημα. Οι νεότεροι είναι γεμάτοι όνειρα για έκφραση, διακρίνονται για το πάθος τους να αφήσουν το δικό τους ίχνος στην πραγματικότητα. Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία έχουν ανοικτούς λογαριασμούς με τη ζωή τους (όπως ο καθένας μας άλλωστε) και η φοίτηση σε ένα τέτοιο πρόγραμμα συνδυάζεται με την προσωπική τους αντίσταση σε επιλογές που είτε τους επιβλήθηκαν είτε τους καθυστέρησαν στο ραντεβού με τη διεκδίκηση του ονείρου τους. Ωστόσο, σας επισημαίνω πως όλα όσα σας αναφέρω, είναι η δική μου «ανάγνωση». Το σίγουρο για μένα είναι πως πρόκειται για ένα πεδίο το οποίο σε θέλει «εν κινήσει», είναι ένας ζωντανός χώρος που «βουλεύεται και δεν βολεύεται» στη λήθη του καναπέ μιας «λανθάνουσας δημοκρατίας» ή μιας κοινωνίας που ανέχεται την άνοδο της ασημαντότητας (για να θυμηθούμε και τον Καστοριάδη).


Εκτός από πανεπιστημιακός, ως ποιητής έχετε ανθολογηθεί στη «Γενιά του 90» τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Κατά τη γνώμη σας, έχουν νόημα οι ταξινομήσεις αυτές ή αφήνουν απ' έξω και άλλες περιπτώσεις δημιουργών που ενδεχομένως να είναι σημαντικές;

Συμφωνώ απόλυτα με το προβληματισμό σας. Η ανθολόγηση ή οι ταξινομήσεις είναι διαδικασίες που δεν αφορούν το γράψιμό μου. Αυτά τα ζητήματα κατά κανόνα απασχολούν περισσότερο τους κριτικούς της λογοτεχνίας ή τους μελετητές του είδους. Είναι προφανές πως εγώ δεν έχω καμία σχέση και με τα δύο. Ωστόσο αντιλαμβάνομαι την ερευνητική και συστηματική προσπάθεια των ειδικότερων να διαμορφώσουν την ανθρωπογεωγραφία ενός χώρου σχηματίζοντας μια συνολικότερη εικόνα με όλα τα απαραίτητα σημεία μιας πλήρους κωδικοποίησης. Μέχρις εκεί όμως. Τα σύνορα αυτής ανθρωπογεωγραφίας δεν μπορεί να είναι κλειστά. Εννοείται πως υπάρχει σημαντική παραγωγή εκτός των τειχών και πως οφείλουμε να έχουμε τα αυτιά και τα μάτια μας ανοιχτά. Ενδεχομένως, εκεί να βρίσκεται κι αυτό που σήμερα μας διαφεύγει ενώ αύριο να είναι η αυγή της επόμενης μέρας. Αν πάλι σκεφτώ και τις έριδες ή τον ρόλο των δημόσιων σχέσεων όπως αυτές αναπτύσσονται στους χώρους των εκδόσεων, των εταιρειών κ.λπ., καλύτερα να αλλάξουμε ερώτηση… (γέλια).


Το 2015 δημοσιεύσατε μια ποιητική συλλογή με τον τίτλο «Τεφροδόχος». Γιατί ένας τέτοιος τίτλος; Ευθύνεται η εποχή, η κρίση, μια γενικότερη αίσθηση απαισιοδοξίας;

Ειδικά γι' αυτόν τον τίτλο με έχουν ρωτήσει πολλοί. Οτι ηχεί μελαγχολικός, η ακόμα και «μακάβριος». Δεν κρύβει κατ' ανάγκη μέσα του απαισιοδοξία και σκοτεινιά. Θέλω να πω ότι ακόμα και αν οι λέξεις μάς οδηγούνε σε εικόνες και αναπαραστάσεις που παραπέμπουν σε συγκεκριμένα νοήματα και συναισθήματα, πάντα θα υπάρχει μια «άλλη ανάγνωση» μέσα στο αίνιγμα της ίδιας της δημιουργίας. Η ποίησή μου έχει χαρακτηριστεί από ανθρώπους του είδους «κοινωνικό-υπαρξιακή», «σκοτεινή», «αμφίσημη», «ιδιάζουσας μελαγχολίας» κ.ά. Ενδεχομένως έχουν δίκιο. Ωστόσο, αυτό που θέλω να προσδώσω σχετίζεται με την ανάγκη να συμφιλιωθούμε και να υπερβούμε όλα εκείνα τα στοιχεία που η κοινωνία της επίπλαστης ευμάρειας θέλει να ξορκίσει: τις προσωπικές ήττες μας, τις ιδεολογικές διαψεύσεις, τις ματαιώσεις και όλα όσα δεν καταφέραμε να ζήσουμε όπως ονειρευτήκαμε. Ειλικρινά, με ενοχλεί πολύ η ηγεμονία μιας επιφανειακής αντίληψης για τη ζωή  αλλά και η συλλογική αμνησία που διέπει μεγάλα στρώματα του πληθυσμού. Και κυρίως η κουλτούρα του «καθωσπρεπισμού» και της προσποίησης πως όλα είναι Ο.Κ. και πως δεν τρέχει τίποτα για ό,τι συμβαίνει γύρω μας, αρκεί να μην ταράξουμε το ψεύτικο όνειρο που συλλογικά καλλιεργείται. Ο καθένας μας μέσα του έχει μια μικρή «τεφροδόχο» (αρκεί να ψάξει) όπου εκεί φωλιάζουν οι στάχτες από τα όνειρα που πόθησε, από τους έρωτες που έχασε ή δεν έζησε ποτέ, από τις προδοσίες που εισέπραξε, από τις ιδέες που κονιορτοποιήθηκαν στο διάβα της ζωής του, από τα λάθη και τα πάθη του κ.ο.κ. Η συμφιλίωση με όλα αυτά, η ανάλυση, η ερμηνεία, η κατανόηση, αποτελούν για μένα το είδος μιας κάθαρσης που είναι ένας ύμνος στην ίδια τη ζωή, στη δημιουργία, στην αισιοδοξία για ένα καλύτερο αύριο το οποίο οφείλουμε στα παιδιά μας. Η δημιουργική γραφή, όπως και κάθε αυθεντική μορφή τέχνης θεωρώ πως συμβάλλει στην κοινωνικοποίηση του ατομικού συναισθήματος βοηθώντας  μας να παραμένουμε άνθρωποι και όχι μηχανές. Απλώς, στη δική μου κοσμοθεωρία ο δρόμος για την ευτυχία και την ολοκλήρωση περνά μέσα από τη διαλεκτική της άρνησης, τη διαλεκτική της αντίφασης, τη διαλεκτικής της απώλειας κ.ο.κ. Πρόκειται στην ουσία για μια «μεθοδολογία» του σκέπτεσθαι πάνω σε βασικά δεδομένα της ανθρώπινης κατάστασης. Ενας τρόπος για να παλέψεις για την Ιθάκη σου μέσα από τη βαθιά επίγνωση του ανθρώπινου δράματος. Αυτό ενδεχομένως να αποτελεί και το μέτρο μιας ψυχικής και πνευματικής ισορροπίας την οποία ο καθένας μας έχει ανάγκη.


Γράφετε κάτι αυτήν την περίοδο;

Σε γενικές γραμμές γράφω καθημερινά. Ωστόσο, υπάρχει μια βασική διαφορά. Υπάρχει το γράψιμο που είναι «εργαλειακό» και υπάγεται στο «βασίλειο της αναγκαιότητας» και το γράψιμο που είναι «απελευθερωτικό» και ανήκει στο «βασίλειο της ελευθερίας». (για να θυμηθούμε και τον Μαρξ). Δυστυχώς, βρίσκομαι διαρκώς σε αυτή τη διχαστική διελκυστίνδα με συνέπεια να μην καταφέρνω πάντα να γράφω αυτά που θέλω. Αυτό σημαίνει πως είμαι αναγκασμένος καθημερινά να αναζητώ αυτή την ισορροπία... Παραμένω αισιόδοξος πως αυτά που γράφω την περίοδο αυτή, θα έχουν ενδιαφέρον γιατί ανήκουν εξ ολοκλήρου στη δεύτερη κατηγορία. Ελπίζω αυτό να αποδειχτεί και στην πράξη.