ΛΕΞΗtanil
τ.5

Για τη ζωή, όπως είναι…


Αλεξάνδρα Πιπλικάτση

Γεωργία Μακρογιώργου, «Τύχη στα τείχη», Γαβριηλίδης, 2017

Τη Γεωργία τη γνώρισα στη Φλώρινα. Σπουδάσαμε μαζί στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών Δημιουργική Γραφή. Η πρώτη μεγάλη εργασία εξαμήνου που είχαμε ορίστηκε να είναι ένα διήγημα με τυχαίο θέμα την τύχη. Εκεί νομίζω πως ξεκίνησαν όλα. Η Γεωργία γράφει για την τύχη και βαθμολογείται με άριστα δέκα από τον καθηγητή μας. Και προφανώς δίκαια. Και δεν σταμάτησε εκεί. Διάβασε στίχους της στον Αλκίνοο Ιωαννίδη, διάβασε διηγήματά της στον Θανάση Βαλτινό και κάλεσε σε δείπνο τον Γρηγόρη Σάμσα, τον κατσαρίδα του Κάφκα, έγραψε σε στυλ Πεισίστρατου του Γιώργου Χειμωνά, έγραψε και σε στυλ Φόσε και πήρε τα εύσημα από τον Μισέλ Φάις. Και μετά κατάφερε το καταπληκτικό. Πήρε όλα αυτά και άλλα τόσα που έγραψε και μετρώντας τις γέφυρες της μυθοπλασίας, όπως γράφει και η ίδια στον επίλογο του βιβλίου της, ενώνοντας τις σαν τα ποστ ιτ της ηρωίδας της, έχτισε –όχι τείχη- αλλά μια άρτια νουβέλα.  

Τη Γεωργία τη γνώρισα στη Φλώρινα. Σπουδάσαμε μαζί. Είχα την τύχη να τη γνωρίσω και έχω τη τύχη να τη θεωρώ φίλη. Είναι εκείνο το κάτι, ένα βλέμμα, μία κουβέντα, μία παρουσία που ξεχωρίζεις και που από εκείνη τη στιγμή, ξέρεις πως με αυτόν τον άνθρωπο συνδέθηκες. Είτε το θέλει η τύχη, είτε όχι, είτε αυτό συνεχιστεί, είτε όχι. Κάτι δηλαδή σαν κι αυτό που περιγράφει  στο βιβλίο της. Άνθρωποι που είναι δικοί μας, που μπαίνουν στη ζωή μας και περνούν, την καθορίζουν μα δεν είναι παρόντες, που είναι παρόντες αλλά ίσως δεν καθορίζουν τίποτα. Η Γεωργία περιγράφει τη ζωή, όπως είναι. Κι αυτό είναι ίσως και η μεγάλη αξία αυτού του βιβλίου. Οι σκέψεις, οι προβληματισμοί και οι αγωνίες του κάθε ήρωα ακόμη και του αφηγητή παρουσιάζονται στον αναγνώστη σε παράλληλες γραμμές που έχουν τη μαγεία να σπάνε τον κανόνα και να τέμνονται μέσα από τις γέφυρες που έχτισε η συγγραφέας.

Με γοήτευσε η λέξη γέφυρες. Νομίζω πως θα ήταν ένας καταπληκτικός άλλος τίτλος για το βιβλίο αυτό. Άλλωστε το γράφει και η ίδια η συγγραφέας με τα λόγια της Μαρίας της κόρης της κεντρικής ηρωίδας στο βιβλίο: «Έχει και το δίλημμα με τον τίτλο. Γέφυρες ή Κατά τύχη. Το πρώτο πιο πολύ μου πάει. Γέφυρες. Όχι του Μάντισον, δικές της. Πάνω από ποτάμια πεποιθήσεων, αναθεωρήσεων, τύχης, κακοτυχίας, στόχων, ακυρώσεων. Κι αυτή να ψαρεύει με το καλάμι. Να φυσάει να μπερδεύεται η πετονιά. Και να προσπαθεί να προσδιορίσει από το τσίμπημα τι θα πιάσει κάθε φορά». Και με τα λόγια της Λένας, της φίλης της ηρωίδας: «Ας κρατήσουμε το παρατηρώ. Αν παρατηρούσαμε τις άπειρες μπερδεμένες σκέψεις που βουίζουν στο μυαλό κι αν αγκαλιάζαμε το υπέροχο αυτό βουητό ως μέρος της ύπαρξής μας κι αν δεν προσπαθούσαμε να σκηνοθετήσουμε τη ζωή μας με βάση τις προσδοκίες μας κι αν δεχόμασταν τις δυσκολίες σαν πρόκληση ώστε να γίνουμε πιο δυνατοί κι αν συνειδητοποιούσαμε ότι όλα γίνονται για κάποιο λόγο, για να μας δίνουν σοφία, τότε όλα ίσως να ήταν καλύτερα… εγώ πάντως της πρότεινα τον τίτλο Κατά τύχη»  Αυτά τα μικρά απόσπασμα του βιβλίου τα λένε σχεδόν όλα. Εκτός από το περίτεχνο δέσιμο διαφορετικών κειμένων, διηγημάτων, πρόζας, ποίησης, εκτός από το ευτυχές συνταίριασμα τεχνικών σε μία νουβέλα, εκτός των πετυχημένων συμβολισμών και το φανέρωμα των προβληματισμών της ψυχής, η συγγραφέας πετυχαίνει και την αυτοαναφορικότητα του κειμένου της. Το παιχνίδι  με τη γραφή, η σπουδή της, η βάσανός της με τις λέξεις πετυχαίνει στο έπακρο και στεγάζεται πολύ εύστοχα τελικώς κάτω από τον ευρηματικό τίτλο του, ένα λογοπαίγνιο, τύχη στα τείχη, που δηλώνει ευθέως και το περιεχόμενο αλλά και την ποιότητα του βιβλίου. Όσο για τα τείχη, είναι αυτά που λέει η συγγραφέας. Αυτά που χτίζουν γύρω μας, αυτά μέσα στα οποία είναι αναγκασμένες οι ζωές μας να κινούνται.


Κι όσο για το τέλος της ιστορίας, η κεντρική ηρωίδα του βιβλίου, η Ευτυχία, δηλώνει πως δεν της αρέσουν τα ηχηρά, πως θέλει το τέλος σαν εκείνο το τραγούδι που λέει:


Ήθελα να ’μουν άρωμα

που βάνεις στα μαλλιά σου

σε κάθε σου αναπνοή

να μπαίνω στην καρδιά σου


Κι αυτά που λέει το τραγούδι τα πετυχαίνει η Γεωργία με ένα τέλος που πιο ηχηρό τελικά δε γίνεται. Όταν κλείνεις το βιβλίο, η αίσθηση που σου αφήνει κρατάει για πολύ όπως ένα δυνατό άρωμα και οι ιστορίες που ξετυλίγονται μέσα από αυτό έχουν μπει βαθιά στην καρδιά σου.