ΛΕΞΗtanil
τ.5

Ταξιδεύοντας παρέα με τις αναμνήσεις της Άλκη Ζέη


Βίβιαν Κλεφτόγιαννη

Μία συγγραφέα η οποία έχει βιώσει κάθε λέξη που έχει γράψει, τη συναντάμε ιδιαίτερα μέσα από τα  παιδικά βιβλία της. Είναι η Άλκη Ζέη με αποτυπωμένες αναμνήσεις αλλά και συναισθήματα της πολυτάραχης ζωής της. Πηγή έμπνευσής της οι προσωπικές εμπειρίες που υφαίνοντας παράλληλα ιστορικά γεγονότα της εποχής όπως Πόλεμο,  Κατοχή, Εμφύλιο, εξορία. Άλλωστε, τι είναι ένα λογοτεχνικό έργο δίχως βιωματικά στοιχεία; Τίποτε, παρά μόνο κενό.

Μετρώντας πολλά βιβλία στη λογοτεχνική πορεία της ‒μεταξύ αυτών τα πιο γνωστά της  «Το καπλάνι της βιτρίνας» το οποίο ήταν και το πρώτο της βιβλίο το 1963  και ο «Μεγάλος περίπατος του Πέτρου»‒ όλα της τα έργα απευθύνονται σε παιδιά και εφήβους, εκτός από την «Αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα», που αποτέλεσε έργο-σταθμό στην καριέρα της: ένα κλασικό έργο της νεοελληνικής πεζογραφίας με συνεχείς επανεκδόσεις.

Ερχόμενη στο 2017, συνεχίζει τη συγγραφική δραστηριότητά της μ’ ένα ακόμη βιβλίο, με τίτλο δανεισμένο από ένα ερώτημα το οποίο τέθηκε σ’ εκείνην από τη μικρή της εγγόνα «Πόσο θα ζήσεις ακόμη γιαγιά;». Πρόκειται για μία συλλογή από αυτοβιογραφικές αφηγήσεις και διηγήματα μυθοπλασίας στα οποία υπάρχει διάχυτη επιρροή από τη μέχρι τώρα ζωή της. Το ξεχωριστό στοιχείο αυτού του βιβλίου είναι το ότι έχει προστεθεί η σημερινή αφήγηση της Άλκης Ζέη με πλάγια γραφή, κάτι που του δίνει μεγαλύτερη αμεσότητα και ζωηρή αίσθηση. Σχολιάζει με την ιδιαίτερη ματιά της και διαφωτίζει τα γεγονότα με το χιούμορ και την ειρωνεία που διαθέτει η ίδια, μετατρέποντας τη σκληρή πραγματικότητα σε μια συναρπαστική μυθοπλασία, ωθώντας παράλληλα τον αναγνώστη σε προβληματισμό και αναζήτηση.

Χωρισμένο σε δύο ενότητες, στην πρώτη περιγράφει ιστορίες από τη ζωή της, εκείνες οι οποίες έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της ίδιας ως προσωπικότητα. Επομένως, έχουμε να κάνουμε με αυτοβιογραφικές αφηγήσεις. Μέσα σ’ αυτά συναντάμε την συγγραφέα να μιλάει με τους προγόνους της αλλά και την δωδέκατη γιαγιά της – απόγονό της, προσπαθώντας να βρει ομοιότητες μεταξύ τους που ίσως κάποιες από αυτές ξεχάστηκαν στο χρόνο. Ακόμη, διαβάζοντας το μυθιστόρημα της βλέπουμε την Άλκη Ζέη να παρακολουθεί τις εξελίξεις περί έρωτος και να βιώνει το χάσμα, θίγοντας από την  δική της σκοπιά τα γεγονότα και την ανησυχία της για την ενδεχόμενη εξαφάνιση της γλώσσας μας – του πολιτισμού μας  .   Μας περιγράφει την αρχή της σχέσης της με τον μετέπειτα σύζυγό της Γιώργο Σεβαστίκογλου κατά τη διάρκεια της Κατοχής  . Κάνοντας ακόμη αναφορά και στη συμμετοχή της στο θέατρο . Αναφέρεται σε πρόσωπα υπαρκτά του καλλιτεχνικού και πνευματικού κύκλου της εποχής της, με τα οποία η ίδια συναναστράφηκε αλλά και επηρεάστηκε. Κάνει ιδιαίτερη νύξη στην σχέση της με το γράψιμο η οποία ξεκίνησε από τα γυμνασιακά της χρόνια όπου έγραφε για το κουκλοθέατρο με την παρότρυνση της δασκάλας της και στα μόλις εννέα της χρόνια έγραψε σε δύο φύλλα διαγωνισμού τον «Αστείο Κόσμο» , στον οποίο σατίριζε ξαδέρφια και θείους. Έγραψε τις «Κλαψωδίες» παραλλαγμένες αφηγήσεις από τις περιπέτειες του Οδυσσέα. Κείμενα της δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό και στην εφημερίδα του σχολείου.

 

Η σχέση της με το γράψιμο και το χώρο του βιβλίου ξεκίνησε όταν γνώρισε την Διδώ Σωτηρίου, με την οποία ήταν παντρεμένος ο θείος της, μας περιγράφει πως η αντιπάθεια της πρώτης ματιάς μετατράπηκε σε σχέση ζωής – έμπνευσης για την ίδια .

Αργότερα το 1948 σε προσπάθεια της Άλκης Ζέη να συναντήσει τον σύζυγό της ο οποίος είχε διαφύγει στη Τασκένδη βρέθηκε εξόριστη διότι οι πολιτικές πεποιθήσεις της ίδιας δεν χωρούσαν την ίδια και τον σύζυγό της στη Ελλάδα ύστερα από την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού στον εμφύλιο, συνελήφθει και εξορίστηκε σε στρατόπεδο της Χίου.  Εκεί έγραφε Επιθεώρηση σατιρίζοντας τη ζωή της στο στρατόπεδο, τους χωροφύλακες και τους δεσμοφύλακες.  

 

Η πολυτάραχη ζωή της ίδιας συνεχίστηκε, έξι χρόνια αργότερα κατάφερε να συναντήσει τον σύζυγό της στην Τασκένδη, ύστερα μεταφέρθηκαν στη Μόσχα όπου έγραψε και «Το Καπλάνι της Βιτρίνας» και μας αφηγείται την σχέση της με τον Δημήτρη Δεσποτίδη και για το πώς από τη Μόσχα βρέθηκε και εκδόθηκε το βιβλίο της στην Ελλάδα το 1963. Παράλληλα την ίδια περίοδο έγραφε διηγήματα τα οποία δημοσιεύονταν στα περιοδικά «Νεανική Φωνή» και «Επιθεώρηση Τέχνης».

 Και το βάσανο της προσφυγιάς συνεχίστηκε αργότερα το 1967 στο Παρίσι και συγκεκριμένα στην κουζίνα της, εκεί όπου έγραψε κάποια από τα σημαντικότερα έργα της όπως τον «Θείο Πλάτωνα», το «Κοντά στις ράγες», τη «Μωβ ομπρέλα», τον «Μεγάλο περίπατο του Πέτρου» και τη μισή «Αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα».

Το βιβλίο της αυτό είναι πλούσιο σε περιγραφές γεγονότων τα οποία σημάδεψαν την ζωή της μικρής Άλκης Ζέης, παρουσιάζονται όπως σ’ όλα της τα βιβλία οι ήρωες και στην προκειμένη η ίδια η Άλκη ως σκανταλιάρικο παιδί, γεμάτο όνειρα και δράση, κάτι το οποίο μπορεί να μας κάνει να φανταστούμε το ότι έχει εμπνευστεί τους ήρωές της από τον ίδιο της τον εαυτό και την δική της δράση .

Τέλος, το δεύτερο σκέλος αυτού του βιβλίου απαρτίζεται από ιστορίες τις οποίες έχει η ίδια γράψει αλλά και έχει δημοσιεύσει σε διάφορα περιοδικά . Τα οποία αποτελούν διηγήματα μυθοπλασίας της συγγραφέως και σημάδεψαν την λογοτεχνική πορεία της συγγραφέως. Άκρως περιγραφικά και απολαυστικά.

Το μυστικό της διαχρονικότητας της Άλκης Ζέη δεν το γνωρίζουμε. Σίγουρα όμως αυτό που ξεχωρίζει είναι ο καθαρός τρόπος γραφής της, η γλωσσική αρτιότητα της ίδιας όσο και η κριτική στάση της παραλληλία με το ιδιαίτερο ταλέντο της στο χιούμορ την κάνουν να ξεχωρίζει στο χώρο της λογοτεχνίας. Ο τρόπος γραφής της θα λέγαμε πως παραπέμπει σε σκηνές κινηματογραφικής γραφής γοητεύοντας μικρούς και μεγάλους. Διατηρώντας την αθωότητα και την παρθενικότητα της παιδικής ματιάς της, παράλληλα με τον δυναμισμό της. Εκφράζοντας έτσι τις σκέψεις της με ένα φυσικό – ρεαλιστικό τρόπο, αβίαστο, δίχως δισταγμούς. Αυτή είναι η Άλκ Ζέη, μία μεταπολεμική συγγραφέας η οποία διατηρεί την αυθεντικότητα της και την καθαρή ματιά της στο χώρο της λογοτεχνίας και αξίζει να την γνωρίσετε μέσα από αυτό το βιβλίο μέσα από μία κατάθεση ψυχής της ίδιας αλλά και εσείς με την σειρά σας να αναγνωρίσετε το συγγραφικό ταλέντο το οποίο ξεπερνάει τη συνήθη ποιότητα.