ΛΕΞΗtanil
τ.5

Η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο (;) Μια συνομιλία της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας με την πατερική θεολογία


Μαρία Χασιώτη

Το κάλλος είναι άλλο ένα κομβικό σημείο συνάντησης του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού με τη θεολογία των Πατέρων της Εκκλησίας.

Για τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους

Στον ελληνισμό, η αγλαΐα του κοσμικού κάλλους διανοίγει, βεβαίως, την οδό της γνώσης του θεού, αλλά η μεγάλη έμφαση στη λάμψη των αισθητών μορφών ενέχει πάντοτε τον κίνδυνο να ανακοπεί η πορεία από το ορατό στο αόρατο ανά πάσα στιγμή. Στον αρχαϊκό ελληνισμό, το θάμβος των αισθητών μορφών είναι τόσο μεγάλο, που το ξεπέρασμά του καθίσταται ιδιαίτερα δυσχερές, αν όχι αδύνατο.

Το αρχέτυπο φυσικό κάλλος το οποίο αναπαράγουν τα αρχαία αγάλματα, είναι ταυτόχρονα και υπαρκτό φυσικό γεγονός και ίδιον της ενδοκοσμικής θεότητας. Γι’ αυτό και συχνά οι Έλληνες –ήδη από τον Όμηρο– αδυνατούν να διακρίνουν με σαφήνεια αν μια συγκεκριμένη έξοχη λάμψη δύναμης ή κάλλους αποτελεί φυσική τελειότητα ή αναφέρεται στην επιφάνεια, δηλαδή στην επί γης παρουσία ενός θεού.

Επομένως, η καλλιτεχνική και αισθητική αξία έχει σαφή αναφορά στο θείο, αφού άλλωστε ο θεός φέρεται να είναι «διακοσμητής» με την αυθεντική σημασία της λέξης (κόσμος = στολίδι). Έτσι, η εδραίωση της πίστης στην τελειότητα του κόσμου έγινε με τη συνδρομή του ελληνικού λόγου και βασίστηκε στην αυταπόδεικτη –για τον ελληνισμό– πεποίθηση ότι η πανάγαθη πρώτη αρχή του παντός δεν μπορεί να δημιουργήσει ένα α-καλλές και ατελές κτίσμα.

Απόλυτη τελειοποίηση σημαίνει ολοκλήρωση, πληρότητα και ακραία ανάπτυξη των δυνάμεων που συναπαρτίζουν ένα ον. Η σχετικοποίηση της απόλυτης τελειότητας μέσα σε ένα ορισμένο πεδίο συγκρίσεων οδηγεί στο ομηρικό: «ὑπείροχον ἔμμεναι ἄλλων»˙ η υπεροχή έναντι των άλλων και η διάκριση εν σχέσει προς άλλους συνιστά την αρχή της αριστείας: «Αἰέν ἀριστεύειν».

Τελειότητα στον άνθρωπο είναι το αποτέλεσμα της αγαστής συμφωνίας του σώματος και της ψυχής μετά την πληρέστατη –κατά το δυνατόν– ανάπτυξή τους. Η ανθρώπινη τελειότητα βρίσκεται εκεί όπου η φυσική δωρεά σωματικών, ηθικών και διανοητικών χαρισμάτων ολοκληρώνεται με την άσκηση του σώματος και της ψυχής. Η επιτυχημένη τελειότητα καθιστά αυτόν που την φέρει άριστο. Ο άριστος φανερώνει την υπεροχή του με δέοντα λόγια και κατάλληλες πράξεις, που είναι αποτελέσματα ορθής σκέψης και κρίσης.

Με αυτό το υπόστρωμα θα αναχθεί ως αρχαιοελληνικό ιδεώδες το: «καλός κἀγαθός», «ἐν τῇ εἰδεῖ καί τῇ ψυχῇ», σύμφωνα με το οποίο το «καλός» παραπέμπει στο κάλλος και στην ομορφιά του προσώπου και του σώματος, ενώ το «ἀγαθός» αφορά στην ωραιότητα της ψυχής και του νου. Σύμφωνα με αυτό το αξίωμα πλάστηκαν τα θαύματα της αρχαίας ελληνικής αγαλματοποιίας, στα οποία το πραγματικό ταυτίζεται με το ιδεατό˙ γι’ αυτό και η ρίζα της λέξεως: «άγαλμα» είναι το ρήμα: «ἀγάλλομαι», που σημαίνει: ευφραίνομαι, ευχαριστιέμαι, τέρπομαι, χαίρομαι και αντλώ τιμή, δόξα, φήμη, αγλαΐα.

Έτσι, η φυσική τελειότητα για τον ελληνισμό είναι ο απόλυτος όρος και σκοπός της ζωής και μέσω αυτής τα επιμέρους όντα αποκτούν την όποια αξία τους. Επιπλέον, στο έδαφος της ελληνικής κοσμοθεωρίας, τρόπος για να ενεργοποιηθεί και ταυτόχρονα να διαφυλαχθεί η ηθική της αριστείας, είναι η ευαισθητοποίηση της φυσικής αιδούς, η συστολή που αισθάνεται ο άνθρωπος που έχει συνείδηση των δυνάμεών του απέναντι στους αξιότερούς του. Άλλωστε, ο αρχαιοελληνικός πολιτισμός βασίζεται κατά μείζονα λόγο στην φυσική εν-τροπή και όχι στην ενοχή.

Για τον Πλάτωνα, το αγαθό που είναι συμπαρατεταγμένο με το ωραίο είναι ΟΝ, έχει ουσία και είναι ένα από τα είδη που περιλαμβάνονται στα νοητά˙ και ο Σωκράτης, όταν προσδιορίζει το ωραίο και το αγαθό λέει: «Καί αὐτό δή καλόν καί αὐτοαγαθόν, καί οὕτως περί πάντων ἅ τότε καλῶς πολλά ἐτίθεμεν, πάλιν αὖ κατ’ ἰδέαν ἑκάστου ὡς μιᾶς οὔσης τιθέντες, ὅ ἔστιν ἕκαστον προσαγορεύομεν» (Αισχύλου αποσπάσματα § 387), που σημαίνει: «και θεωρώντας ότι υπάρχει το καθαυτό ωραίο και αγαθό, και ότι έτσι και για όλα όσα τότε σωστά θεωρήσαμε πολλά, υπάρχει κάποια ενιαία ιδέα καθενός, αποκαλούμε καθένα ότι είναι».

Στο πλαίσιο της αριστείας, λοιπόν, που είναι άμεσα συνδεδεμένη με την ομορφιά και την αιδώ, ο Αριστοτέλης στο Γ΄ βιβλίο των Πολιτικών του περιγράφει τον άριστο πολίτη, ο οποίος θεωρείται ότι πρέπει να συνιστά την πηγή των αυθεντικών νόμων, επειδή έχει κατακτήσει το σύνολο των αρετών. Με νεότερους όρους, μια τέτοια προσωπικότητα θα μπορούσαμε να τη χαρακτηρίσουμε υπερβατολογική.


Για τον Χριστιανισμό

Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, στο εικοστό κεφάλαιο της πρώτης «Προς Κορινθίους» επιστολής του, εγκαινιάζει έναν τρόπο θεώρησης του κόσμου που θα αποκτήσει αργότερα πολλούς οπαδούς από την πλευρά της Εκκλησίας. Αντί να βλέπει στην κτίση το βάρος της αμαρτίας των πρωτοπλάστων και τη ματαιότητα του κράτους του θανάτου, αντιμετωπίζει τον κόσμο ως αποτέλεσμα της δημιουργικής ενέργειας ενός άριστου πλάστη.

Παρ’ όλο που ο εβραϊσμός –και μέχρι ενός σημείου και οι συγγραφείς των βιβλίων της Καινής Διαθήκης– διαδήλωνε τη ματαιότητα που περιβάλλει τον κόσμο μετά το κεντρικό γεγονός της Πτώσης, ο Κλήμης δεν χάνει ευκαιρία να τονίσει το κάλλος και την αρμονία του κόσμου.

Ενίοτε αυτή η επανακατάφαση του κάλλους και της αρμονίας, που κάποτε μάλιστα θυμίζει ή ξεπερνά την αρχαιοελληνική φυσιολατρία, διαφαίνεται και στον Μέγα Αθανάσιο: «Πάντα καλά καί καθαρά τά τοῦ θεοῦ ποιήματα· ... πῶς ἠδύνατο ἐκ καθαρᾶς δυνάμεως ἔργον τί γίνεσθαι μεμολυσμένον;» (Μ. Αθαν. «Επιστολή προς Αμμούν» P.G. 26, 1169).

Η χριστιανική φυσιολατρία επανέρχεται συχνά στη βιβλική ρήση: «Ὡς ἐμεγαλύνθη τά ἔργα σου, Κύριε, πάντα ἐν σοφίᾳ ἐποίησας» (Ψαλμοί, 103:24). Βέβαια, στον χριστιανισμό καθοριζόταν από την αυστηρή χριστιανική διάκριση μεταξύ Κτίστη και κτισμάτων το απαράβατο όριο της πορείας προς τον εξαγιασμό και εξαγνισμό της αισθητής πραγματικότητας, αλλά και εκεί σημειώθηκαν υποχωρήσεις.

Επίσης, ο Μέγας Βασίλειος υιοθέτησε το ζεύγος: «παράδειγμα-εικόνα» από την οντολογία και την κοσμολογία των Μεσοπλατωνικών και από τη θέση αυτή παρουσίασε την αναγωγική κίνηση από το «κατ’ αίσθησιν προς το νοητό κάλλος».

Αβίαστα, λοιπόν, απορρέει από τα ανωτέρω το συμπέρασμα ότι, κατά την ορθόδοξη θεολογία, η κτίση δεν είναι απλώς ένα λογικό προϊόν του θείου θελήματος, αλλά και έκφραση μιας υψηλού επιπέδου καλλιτεχνικής παρέμβασης. Διήκον σε καθολική κλίμακα είναι το κάλλος, δηλαδή εκείνη η αισθητική κατηγορία που ορίζεται, όχι μόνον μορφικά ως ωραιότητα, αλλά και επικοινωνιακά ως πρόσκληση, δηλαδή δυνατότητα μετοχής των ανθρώπων στη φύση ως κόσμο (στολίδι) και σε ό,τι με ποικίλες ανανεώσεις τους προβάλλει.

Η διάσταση αυτή της κτίσης μάς κατευθύνει στη θεώρηση περί ενός θεού που βούλεται και βουλεύεται, ο οποίος δεν αρκείται στο να ανάγει επαναληπτικά τα όντα από την ανυπαρξία στην ύπαρξη, αλλά και τα εμφανίζει με έναν τρόπο γεωμετρικά δομημένο. Αισθητική πλαισίωση ή, πιο προκλητικά, δόμηση σημαίνει άπειρη ποικιλία μορφικών σχηματοποιήσεων και με παραλλαγές που ανατρέπουν το μονοδιάστατο και τη μονοτονία, στο πλαίσιο μιας καθολικής αρμονίας.

Άπαντα τα ανωτέρω ο Φ. Ντοστογιέφσκι τα κωδικοποίησε στην φράση: «Η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο» (στο έργο του, Ο Ηλίθιος).