ΛΕΞΗtanil
τ.4

Persona gramma: Ανιχνεύοντας τα εκφραστικά μέσα της ποίησης


Γιάννης Δ. Αθανασιάδης

Χριστίνα-Παναγιώτα Γραμματικοπούλου, Persona Gramma, Βακχικόν, 2017

Πρέπει να σημειωθεί πως ο τίτλος ενός βιβλίου, τοποθετημένος σε μία αυστηρά ορισμένη θέση (δηλαδή πάντα στο εξώφυλλο), δίνει στο έργο ταυτότητα, το καθιστά μοναδικό και το εισάγει στην τάξη της νομικής κυκλοφορίας, της οικονομικής εκμετάλλευσης και της πολιτιστικής διάδοσης. Υποστηρίζεται πως ο τίτλος εγγυάται την ταυτότητα του έργου στον χρόνο και τον χώρο και διασφαλίζει ότι το κείμενο μένει σταθερό ως ένα και το αυτό αντικείμενο, ανεξάρτητα από το εάν οι ερμηνείες του μπορεί να διαφέρουν από εποχή σε εποχή και από τόπο σε τόπο, ενώ, παράλληλα, εξατομικεύει το έργο στο οποίο αφορά, προσδιορίζοντας το περιεχόμενό του κατά τρόπο διακριτό και μοναδικό.

Ο τίτλος που επιλέχθηκε από τη Χριστίνα-Παναγιώτα Γραμματικοπούλου διαθέτει ικανή και ευπρόσωπη διακριτική δύναμη, επιφυλάσσοντας για το συγκεκριμένο ποιητικό έργο έναν ιδιαίτερο και αυτοτελή ρόλο, τέτοιο που να αξιώνει δικαιώματα ισοδύναμα, τόσο πνευματικής ιδιοκτησίας, όσο και λογοτεχνικής αναγνωρισιμότητας.

Τη γνώρισα σε νυχτερινές παρέες και κάναμε small talk. Στην αρχή, δε φανταζόμουν τη ζωντάνια, την εκφραστική δύναμη και τον πλούτο που έκρυβε μέσα της. Στη συνέχεια, κάποια στιγμή, έτυχε και μου είπε για ένα οικογενειακό πρόβλημα που αντιμετώπιζε με τη γερμανίδα μητέρα της, η οποία, μετά από αυτοκινητιστικό ατύχημα, ήταν για χρόνια κατάκοιτη. Της είπα τότε ότι αυτές τις δυσκολίες της ζωής και τη συναισθηματική φόρτιση που τις συνοδεύει πρέπει να τις μετασχηματίσει σε δημιουργική δύναμη, για να λάβω την απροσδόκητη τότε για εμένα απάντηση: «Μα ήδη το κάνω! Γράφω και σκοπεύω να εκδώσω τα κείμενά μου».

Αργότερα, έμαθα ότι περνά κάποιες ημέρες της εβδομάδας στο εξοχικό της σε ένα ορεινό χωριό της Χαλκιδικής, αφενός για να είναι κοντά στον εργασιακό της στίβο, αφετέρου για να μπορεί συνεχίσει να γράφει απερίσπαστη. Κάτι τέτοιο για έναν πολίτη του κόσμου, που γεννήθηκε στο Düsseldorf, έζησε στη Γερμανία και την Αμερική και μεγάλωσε σε μεγάλη πόλη της Ελλάδας (συγκεκριμένα, στη Θεσσαλονίκη), μοιάζει με μία μικρή απόσυρση από τα εγκόσμια. Και έτσι είναι! Η συγγραφική δραστηριότητα, η ποίηση, ο θεατρικός λόγος και η τέχνη γενικότερα θέλουν αυτοπειθαρχία, συνέπεια, προσήλωση στον στόχο, απομόνωση, θυσίες, συνεχή επαφή με το αντικείμενο, έτσι ώστε οι σκέψεις να ρέουν αβίαστα και να δημιουργούνται νέες εντυπωσιακές και περίτεχνες ιδέες.

Η ποίηση της Χριστίνας-Παναγιώτας Γραμματικοπούλου αποκαλύπτει μία γενναία και σφυρηλατημένη προσωπικότητα, που λειτουργεί και εκτίθεται με αίσθημα ευθύνης, αφενός προς το αντικείμενο της διαπραγμάτευσής της και αφετέρου τόσο προς τον ίδιο της τον εαυτό, όσο και προς το αναγνωστικό κοινό. Eίναι μία αυτοβιογραφική κατάθεση ψυχής, που τη διακρίνει μία αυτοδύναμη και πηγαία ατομικότητα. Η ποιήτρια σκαλίζει τις λέξεις ανασκαλεύοντας τα προσωπικά της βιώματα, αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στο σκοτάδι και το φως, ξεσκεπάζει μπροστά στα μάτια του αναγνώστη ορισμένες αλήθειες, αφού πρώτα έχει ενδοσκοπήσει στα βάθη της δικής της εσωτερικότητας.

Στο σημείο αυτό, θα πρέπει να λεχθεί πως, σύμφωνα με τις παραδοχές του δικαίου περί πνευματικής ιδιοκτησίας, που δίνει προτεραιότητα στο ίδιο το άτομο ως πηγή δημιουργίας των έργων της διάνοιας, κάθε ποίημα (όπως και κάθε ποιητική συλλογή) εσωκλείει μία ατομικότητα. Εμπεριέχει, με άλλα λόγια, έναν ιδιαίτερο προσωπικό τόνο, με τον οποίο ο δημιουργός του εκφράζει ένα πνευματικό περιεχόμενο ή μία αισθητική αντίληψη είτε από το χώρο της νόησης είτε από το χώρο του υποσυνείδητου, ενώ παράλληλα, σε ένα ποιητικό έργο υπάρχουν πολλές φορές στοιχεία που αντλεί ο δημιουργός του από το κοινό πολιτιστικό απόθεμα. Στη νομική επιστήμη, είτε ένα αυτοτελές μεμονωμένο ποίημα είτε μία ογκώδης ποιητική συλλογή θα πρέπει να αποτελεί αποκύημα δημιουργικής πνευματικής διεργασίας, να συνιστά δηλαδή το μορφοποιημένο περιεχόμενο του άυλου ανθρώπινου πνεύματος, έτσι ώστε να είναι άξιο αναγνώρισης και κατοχύρωσης. Ωστόσο, το δικανικό σύστημα δεν απαιτεί την καινοτομία ή την πρωτοτυπία της ανακάλυψης, αλλά υπερτονίζει με τον τρόπο αυτό την ανάγκη για μία διακριτή και διαφοροποιημένη θέση του κάθε δημιουργού, είτε αναφορικά με την οργανική σύνδεση και συνθετική διαμόρφωση των επί μέρους στοιχείων του έργου είτε αναφορικά με τη συγκεκριμένη εκφραστική εφαρμογή της αφετηριακής ιδέας του δημιουργού, κάτι που γίνεται περισσότερο προς αποφυγή σύγχυσης με άλλα έργα.

Πρέπει δε να σημειωθεί πως το ποίημα αποτελεί ένα έργο λόγου και όχι ένα έργο τέχνης, επειδή εκφράζεται και αποτυπώνεται με τη βοήθεια της γραπτής ή προφορικής ομιλίας. Γι’ αυτό, άλλωστε, γίνεται λόγος και για τους ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών, ως δύο ξεχωριστές κατηγορίες με διαφορετικά ποιοτικά χαρακτηριστικά, αν και, βέβαια, η πολυτροπικότητα στη σύγχρονη έκφραση προσφέρει την αναγκαία σύμπλευση και διαρρηγνύει, με εντυπωσιακό καμιά φορά τρόπο, τα παλαιότερα στεγανά. Εξάλλου, κάτω από τις επιρροές του γερμανικού ιδεαλισμού, υπάρχει διάκριση ανάμεσα στην αφηρημένη φαντασιακή ατομική θέσπιση (ιδέα), η οποία ανάγεται στον εσωτερικό κόσμο του δημιουργού και δε γίνεται αντιληπτή από τις αισθήσεις, και στο συγκεκριμένο εκφώνημα, όπως αυτό διατυπώνεται σε μία τελική εικόνα στον εξωτερικό κόσμο (μορφή), ανεξάρτητα από το αν είναι ένα ημιτελές χειρόγραφο ή μία ολοκληρωμένη τυπωμένη έκδοση ή έστω μία προφορική εκτέλεση.

Συμπυκνώνοντας τις νομοτεχνικές αυτές προσεγγίσεις σε έναν ορισμό, μπορεί να υποστηριχθεί ότι ποίημα συνιστά το ιεραρχημένο ή άναρχο οικοδόμημα του συνειδητού ή του ασυνείδητου της ανθρώπινης διάνοιας. Ιεραρχημένο ή άναρχο, αφού το ποιητικό έργο εκτείνεται σε ένα μήκος ελεύθερης ταλάντωσης από την τυποποιημένη έκφραση που υπακούει σε προδιατυπωμένους κανόνες, έως τον πλήρη εκφυλισμό της γνωσιολογικής παράφρασης. Συνειδητό ή ασυνείδητο, αφού το ριπίδιο των ποιητικών διαφορών είναι τέτοιο, που άλλοτε αποτελεί προϊόν της αναλυτικής εμπειρικής ικανότητας (απ’ όπου αναβλύζει η ονειρώδης φαντασία, η νοημοσύνη και η πνευματικότητα και εγγράφονται οι αντιλήψεις, οι αισθήσεις και οι σκέψεις) και άλλοτε προκύπτει μέσα από αντανακλαστικές αποκρίσεις που υποτάσσονται στο ένστικτο, καθώς και σε γεγονότα, επιθυμίες και παρορμήσεις, που έχουν απωθηθεί από τον ανθρώπινο εγκέφαλο και δεν εντάσσονται σε κάποιου είδους εξελικτική επινόηση (όπως η νοηματοδότηση, η αποβλεπτικότητα και η συναισθηματική επένδυση), ενώ άλλες φορές το ποιητικό μόρφωμα αποκρυσταλλώνεται σε ένα πλήθος από ενδιάμεσες καταστάσεις, που βρίσκονται ανάμεσα στο συνειδητό, το υποσυνείδητο και το ασυνείδητο.

Ο παραπάνω ορισμός μοιάζει εξαιρετικά κατάλληλος για την περιχαράκωση της προστατευτέας έννοιας του ποιήματος ως αντικείμενου διανοητικής ιδιοκτησίας. Τούτο, όμως, ισχύει για το ποίημα μόνο μέχρι τη δημοσίευσή του, μόνο, δηλαδή, μέχρι την ενέργεια εκείνη, με την οποία το ποιητικό έργο γίνεται προσιτό στο κοινό με τη συναίνεση του δημιουργού του, με τέτοιον τρόπο, ώστε ένας απροσδιόριστος και απεριόριστος αριθμός ατόμων να καταστεί ενήμερος για την ύπαρξή του και να μπορεί να το αναπαράγει.

Είναι, ακόμη, γεγονός ότι το ποιητικό έργο είναι προέκταση της προσωπικότητας του εκάστοτε δημιουργού του, αλλά αυτό συμβαίνει μόνο κατά τη διαδικασία δημιουργίας του και μέχρι να δημοσιευθεί ή να κοινοποιηθεί με οποιοδήποτε τρόπο. Μετά την άσκηση του δικαιώματος δημοσίευσης του έργου από τον πνευματικό δημιουργό του, αυτό αυτονομείται. Με την πάροδο του χρόνου, η προσωπικότητα του δημιουργού εξελίσσεται, σε αντίθεση με το έργο που παραμένει σταθερό.

Αντίθετα, το στοιχείο που παραμένει ακέραιο είναι ο ακατάλυτος πνευματικός και ηθικός δεσμός που συνδέει το έργο με τον δημιουργό του. Έτσι, το έργο, μετά την πρώτη δημοσίευση, αποχωρίζεται από τη σφαίρα επιρροής του δημιουργού του και υφίσταται πλέον ως καταναλωτικό αγαθό. Το αρχικό ποιητικό εποικοδόμημα, που ενσωματώνει την αρχική ποιητική ιδέα –δηλαδή την έμπνευση του ποιητή– μετά την εμφάνισή του, μετατρέπεται σε μία τεράστια ενεργητική δύναμη και βοηθάει δραστικά την πρωτόλεια βάση του να διαμορφωθεί και να στερεωθεί. Με άλλα λόγια, ενώ η αρχική ποιητική υπερδομή δημιουργείται για να υπερασπίσει ορατά την πρωτόγνωρη ποιητική υποδομή της, στη συνέχεια απαρνείται αυτόν τον βοηθητικό της ρόλο και περνά σε μία επόμενη φάση, στη θέση της αδιάφορης στάσης απέναντι στην αρχική βάση (δηλαδή τη διάνοια του ποιητή), αποβάλλοντας τον ίδιο τον αρχικό χαρακτήρα της και συνιστώντας μία καινούργια αφετηρία, όπου επικάθονται οι γλωσσικές, νοηματικές, κοινωνικές και άλλες συστημικές δομές.

Η Χριστίνα-Παναγιώτα Γραμματικοπούλου σπούδασε στο Τμήμα Γερμανικής Γλώσσας & Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, στη συνέχεια έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στον Τομέα Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πολυτεχνείου Rhein-Westfalen στο Aachen (με ειδικότητα στην Ευρωπαϊκή Πολιτική, το Ευρωπαϊκό Δίκαιο και την Ευρωπαϊκή Ιστορία) και αργότερα ολοκλήρωσε το Μεταπτυχιακό Δημιουργικής Γραφής του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας (με έδρα τη Φλώρινα), με κατεύθυνση τη Συγγραφή. Από το 2004 μέχρι σήμερα εργάζεται ως καθηγήτρια γερμανικών στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, ενώ το διάστημα 2006-2008 λάμβανε κάθε χρόνο το Βραβείο Καθηγητή γερμανικών, που απονέμεται από τη Γερμανική Πρεσβεία Αθηνών. Στο παρελθόν άσκησε καθήκοντα Γραμματέα στη Διοίκηση του Ινστιτούτου Τεχνολογίας Lazer του Ομίλου Fraunhofer και μετέπειτα εργάστηκε για μία μικρή περίοδο στο Γενικό Προξενείο της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας στο Chicago Illinois των ΗΠΑ. Το 2016 και το 2017 βραβεύθηκε σε δύο λογοτεχνικούς διαγωνισμούς για λογοτεχνικές εργασίες της.

«Σε σχάση πια η λατρεμένη μου αρκούδα η καφετιά.
Μωβ ύφασμα, μπλε λάστιχο – συνθετική και κούφια ύλη
»

Το ποιητικό της έργο αποτελείται ουσιαστικά από τρία μέρη, με μερικώς διαφορετική δομή το καθένα και με ελαφρώς παρεκκλίνουσες μεταξύ τους προσεγγίσεις απέναντι στο ποιητικό φαινόμενο: Εγωισμοί, Αντανακλάσεις, Πολικό Αρκουδάκι. Η ποίηση της Χριστίνας-Παναγιώτας Γραμματικοπούλου είναι, θα μπορούσε να πει κανείς, σε ρυθμό Andante (αντάντε). Μία ποίηση, ωστόσο, που διαθέτει έντονες συναισθηματικές εξάρσεις, εφόσον ο ρυθμός ανεβαίνει, το τέμπο ξαφνικά γίνεται γρήγορο, για να πείσει τον αναγνώστη για την ορθότητα του ποιητικού λόγου. Έχει άλλοτε μεγάλες και έντονες και άλλοτε μικρές και σύντομες παύσεις, που δίνουν ευκαιρία για ανασυγκρότηση, ώστε να συνειδητοποιήσουμε τα προηγούμενα και να σκεφτούμε νοερά για τα επόμενα. Eίναι μία ποίηση που γράφηκε με ευγένεια, ευπρέπεια, ενσυναίσθηση, πειθαρχία και σοβαρότητα, χωρίς απρόβλεπτες κραυγές και χωρίς υπέρμετρες ακρότητες και μη αναμενόμενες λεκτικές ή συναισθηματικές υπερβολές. Είναι μία ικανά σεμνή και αρκούντως αισθαντική ποίηση, που εκφέρεται γοερά με επιδιώξεις ποιότητας και με στοχεύσεις αισθητικής πληρότητας.

Τέλος, θα πρέπει να επισημανθεί πως λογοτεχνία θεωρείται η καλλιέργεια του έντεχνου λόγου και περιλαμβάνει τα κείμενα (γραπτά ή προφορικά) που δεν περιορίζονται στην επικοινωνία, αλλά παράγονται με αισθητικές αξιώσεις και αναζητήσεις ποιοτήτων και αξιών. Ενώ, εξάλλου, το σύνολο της ποιητικής παραγωγής σε δεδομένο τόπο και χρόνο αποτελεί ένα στατιστικό μέγεθος που υπόκειται σε γλωσσολογική, κοινωνιολογική και όποια άλλη ερμηνευτική προσέγγιση και ταξινόμηση στη βάση των αρχών είτε της κριτικής σκέψης ή του αυτοελέγχου του. Με την έννοια αυτή, το Persona Gramma αποτελεί κι αυτό –όπως και κάθε λογοτεχνικό, φιλολογικό ή άλλο έργο– μία μικρή συμβολή στο σύνολο του εγχώριου πνεύματος, το οποίο αξιώνει με ορισμένο τρόπο τη δική του διαχρονικότητα.

 

Δικαστική συμπαράσταση

Δεν είχες δει τα μάτια πάνω σου.
Το κακό που σου ’λαχε δύσκολο να υπάρξει.
Δεν αντιλήφθηκες πως πρόκληση ήσουν για κάποιους.
Δε σ’ ένοιαξε τι πίστευαν οι άλλοι.
Δε λογάριασες τα σύμβολα.
Κοπανιόσουν. Τον εαυτό σου κλωτσώντας.
Δε σε πέταξες στον τοίχο. Να σπάσεις. Όπως έπρεπε.
Γονατιστός μέσα στο βασιλικό για χρόνια
βαστώντας σκαλιστά ροδοπέταλα,
τη γλώσσα και το πρόσωπο βουτώντας στη γαβάθα,
δε σκέφτηκες πως τέτοιο μίσος κόχλαζε στα πνευμόνια τους.
Τα δικά σου κοίταζες.
Γνώσεις ετερόκλητες φόρτωσες τον εγκέφαλο.
Κράμα φιδιού πάνω σε ραβδί, ισορροπίας σε ζύγι -
τίτλους κι ιδιότητες- προεδρική υπογραφή.
Τι να σου κάνει η μαγνητική, τι να σου πουν οι βιοψίες,
κύρτωσαν τα κόκαλα από τους τόνους·
καρυβάρισαν οι κνήμες.


Απόρριψη

Δεν έδωσες· πήρες.
Κι ας το αγνόησες.
Κι όσα έλαβες (τα) πέταξες.

Δικαίωση μην αποζητάς.
Μάταιη η (απ)αίτησή σου.


Persona grata

Αυτοχαρακτηρίστηκαν εχθροί σου.
Όχι φανερά, αντρίκεια.
Υποχθόνια έδρασαν. Ύπουλα σε έβλαψαν.
Μοχθηρά τα δικά σου μακέλεψαν.
Όχι αντίπαλοι - παλικαρίσια.
Γλοιώδεις Χατζηαβάτηδες. Ανδρείκελα.
Πολλή ενέργεια σπατάλησαν.
Πολύς ντόρος έγινε.
Πάει να πει πως κάμποσο σε τρέμουν.
Πάει να πει πως μάλλον κάποιος είσαι.

*Το κριτικό δημοσίευμα στο ΛΕΞΗτανίλ αποτελεί σύντμηση του κειμένου που ανέγνωσε ο εκλεκτός ομιλητής κατά την εκδήλωση παρουσίασης του βιβλίου στο Μακεδονία Παλλάς (15/5/2017, Θεσσαλονίκη)