ΛΕΞΗtanil
τ.4

Γιάννης Βαρβέρης: ποιος είν' αυτός ο ποιητής;....


Βασίλης Ρούβαλης


Μα ποιος είναι αυτός ο Γιάννης Βαρβέρης; Ποιήματα και θεατρικές κριτικές και μεταφράσεις από τα γαλλικά και δοκιμιακά κείμενα και κριτικές… Πρόκειται για έναν από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της γενιάς συγγραφέων που έφερε η Μεταπολίτευση˙ ένας τυπικός χειριστής του λόγου, ο οποίος γνώριζε ότι οι λέξεις είναι διαχειρίσιμες, έχουν αυταξία και, κυρίως, είναι εύπλαστες.

Αφορμή για τις γραμμές που γράφονται εδώ είναι η ίδια η επέτειος των έξι χρόνων από την αποδημία του (25 Μαΐου 2011). Πέθανε «ξαφνικά» παρότι η υγεία του δεν ήταν σταθερή τα τελευταία χρόνια. Πέθανε σ’ ένα σημείο-καμπή της δημιουργικής πορείας του. Αυτά τα έξι χρόνια φαντάζουν τόσο κοντινά μα και τόσο μακρινά, στον υπογράφοντα τουλάχιστον, όντας παρών στη νεκρώσιμη ακολουθία στον Άγιο Διονύσιο, στο Κολωνάκι, με την απορία όλων των παρισταμένων για το ανελέητο γεγονός…

Πολυγραφότατος, μινιμαλιστικός ταυτόχρονα, φλογερός όσο και οξύς στις κουβέντες του, πάντοτε γύρω από τις ποιότητες στην Τέχνη, ο Γιάννης Βαρβέρης έδωσε, πάνω απ’ όλα, το στίγμα μιας γενιάς, αυτής που αποκαλείται «Γενιά του εβδομήντα». Το έργο του έδωσε, σταδιακά στοιχειοθετημένο, ένα στίγμα για την αντίληψη γύρω από τον κόσμο και την ποίηση, το ατομικό ζητούμενο με το πανανθρώπινο γίγνεσθαι, τη σχέση πνεύματος και πραγματικότητας, με τη διαλεκτική της Ιστορίας έναντι της σκέψης και της παρώθησης για την υπαρξιακή επιθυμία.

«Χρόνια πολλά λένε οι ζωντανοί/ Χιόνια πολλά λένε οι πεθαμένοι», έγραφε σε κάποιο ποίημα. Ήταν ένα μικρό ποιητικό τσιτάτο, ένα δίστιχο που περιέχει τόσες αλήθειες, απλό και ουσιώδες, κι ενδεικτικό της δυναμικής που συμπεριλαμβάνει το ολίγον της έκφρασης ενός αληθινού ποιητή. Ήταν ένα σημείωμα στον τοίχο, το οποίο όταν του επισήμανε ο υπογράφων, χαμογέλασε και κοκκίνησε, σαν παιδί… Γιατί δήλωνε εραστής των λέξεων. Υπήρξε καλός γνώστης θεμάτων και θεματικών. Είχε άποψη που δεν δίσταζε να τη διακοινώνει αλλ’ ούτε να την επιβάλλει. 

Ο Γιάννης Βαρβέρης επιβεβαιώνει με την παρουσία του την αλήθεια του συγγραφέα: τίποτε περισσότερο δεν θα καταφέρει, λυτρωτικά, ν’ αφήσει παρά το ίχνος του σ’ αυτή τη διάσταση της πραγματικότητας, τίποτε λιγότερο δεν θα εισπράξει παρά την ίδια τη σιωπή του και, πιθανώς, κάποια υπενθύμιση της παρουσίας του στο πάνθεον που διαρκώς χτίζεται… Είναι το πάνθεον του λόγου ανάμεσα στην κοινωνία και στον χρόνο της – «Και αν όλα τα πράγματα έχουν ψυχή», αναρωτιέται. «Έχουμε πολύ ταξιδέψει/ το σώμα σου κι εγώ/ έχουμε φανταστεί όσα ένα σώμα κι ένα εγώ/ μπορούν να φανταστούν», προτείνει. «Αλίμονο σ’ εμάς/ με τη σκανδάλη στα μάτια», καταλήγει.

Ο ποιητής και κριτικός και λόγιος γραφέας είναι εδώ, ξέχωρα από τη φυσική απουσία του. Η συνείδησή του αφορά τον σύγχρονο σκεπτόμενο άνθρωπο. Η ποίησή του κρίνεται γενναία μέσα στον μικροαστισμό της νεοελληνικής διάστασης αλλά και στη δυσκολία του αυτονόητου να διατυπωθεί στα λόγια τα μιμητικά πολλών ποιητών της γενιάς του όσο και κατοπινών. Ήταν και παραμένει ένας δάσκαλος στο να είσαι, δεν γίνεσαι ποιητής, στο ζήσε ως ποιητής και μην φλυαρείς με ποιήματα. Μα ποιος είναι αυτός ο Γιάννης Βαρβέρης πια;…

:::


Ανήκω

Στις άκρες των πλήκτρων μου
φύτρωσαν νεκροί και τραυματίες.
Ονειρεύονται τ' όνειρό μου
διαδίδουν την ύφανσή του
την όρχησή του την επιθανάτια.
Μύθος οι αλέκτορες κι οι υποκρούσεις.

Ανήκω στο συνδικάτο των τύψεων.

 

Το ράμφος

Η Σαλώμη με σώζει και μ' εκδικείται

Εκείνο το βράδυ μου είπαν πως πέθανες. Γύρισα σπίτι
έψαξα στα συρτάρια στις τσέπες παντού. Η αγωνία
μου κορυφώθηκε λίγο μετά καθώς ένιωσα τον Ραβέλ
ν' ανεβαίνει απ' τη γυάλα μας κι είδα το ψαράκι μάλλον
ψόφιο στο πάτωμα του χολ.
Κινδύνευα. Αλλάζω γρήγορα το νερό ρίχνω μέσα το ψάρι
μπας και προλάβω. Του κάκου. Ο Ραβέλ δυνάμωνε
θα σπάσουν τα μάτια μου λέω τώρα πληρώνω για όλα
κι ως να το πω
ξεφυτρώνεις κι ακούγεται:
κλικ
να με φωτογραφίζουν τα δικά σου
τα ωραιότατα
μάτια.

 

Λίγο πριν

Πριν βρέξει οι γάτες απορούν ως μιαν ανάσα
τα υπόστεγα μιλούν για τη βροχή
πήδος στον τσίγκο πήδος στην ταράτσα
λουφάζει η γάτα πριν σαλτάρει
σ' άλλα παλιοσίδερα.

Αγκάλιασε τον κούκλο της η Ελβίρα
πάνω απ' το τούλι απλώνεται λουλάκι ως πέρα
στο δώμα ξέμεινε μικρό κουνούπι λίγο να τρομάζει
σαλεύει το χεράκι και ραγίζει έν’ άρωμα.

Με τη βροχή με το νερό
οι φτωχοί κούμπωσαν την προσευχή στον κόρφο
και σβήσανε σαν τα χαμόγελα.

 

Οι αίνοι

Μη με ρωτάς τι αίνους συλλαβίζω
Αφού αντρώθηκα με τους τελευταίους σπασμούς του θηρίου
Δεν είχα αδέρφια ούτε βόλια.
Ομως αλήτευα μέρες και νύχτες
Στις πλατείες
Χάζευα τα πολύχρωμα με τις εναλλαγές
Ανάδευα μ' ένα κλαδί στο βάθος
Τα θούρια που κάπνιζαν.
Μη με ρωτάς ποτέ πού τους θυμήθηκα.

Καμιά φορά αστράφτω κι εγώ
Και τυφλώνομαι.